Τι είναι η κοινωνική φοβία ;
Ήταν 22 χρονών και έψαχνε για δουλειά, γεγονός που του προκαλούσε φοβερό άγχος, καθώς δυσκολευόταν να μιλήσει μπροστά σε ανθρώπους που είχαν κάποια εξουσία και ταυτόχρονα θα τον έκριναν με κάποιο τρόπο. Όση ώρα μιλούσαμε, ίδρωνε και σκούπιζε τα χέρια του στο παντελόνι του ενώ όταν η συζήτηση αφορούσε τις δυσκολίες του κοκκίνιζε, κόμπιαζε και έχανε τα λόγια του. Στο τέλος, έβαλε τα κλάματα…

Ο Μιχάλης είναι ένας από τους πολλούς νέους ανθρώπους που η δυσκολία τους στις κοινωνικές τους σχέσεις ξεπερνά τα λειτουργικά όρια και το συνηθισμένο καθημερινό άγχος που έχουμε όλοι να κάνουμε καλή εντύπωση και μετατρέπεται σε μια επώδυνη διαταραχή που δυσκολεύει τη ζωή, επηρεάζει τη λειτουργικότητα και την ικανοποίηση και μειώνει την αυτοεκτίμηση. Η διαταραχή αυτή ονομάζεται κοινωνική φοβία ή διαταραχή κοινωνικού άγχους. Ας προσπαθήσουμε να την καταλάβουμε καλύτερα.

Τι είναι η κοινωνική φοβία

Η κοινωνική φοβία χαρακτηρίζεται από έναν έντονο και επίμονο φόβο που αισθάνεται το άτομο σε μία τουλάχιστον κοινωνική κατάσταση, όπως μια συνάντηση, ένα κάλεσμα, μια συνέντευξη για εργασία αλλά ακόμη και σε απλούστερες δραστηριότητες όπως ένα τηλεφώνημα για πληροφορίες, την εξυπηρέτηση σε μια δημόσια υπηρεσία ή την συνδιαλλαγή με έναν πωλητή σε ένα κατάστημα. Το κοινά χαρακτηριστικά αυτών των καταστάσεων είναι η έκθεση μπροστά σε ανθρώπους που δεν γνωρίζει, το ενδεχόμενο να τον κρίνουν για την συμπεριφορά και την απόδοσή του και βέβαια η πεποίθησή του ότι χρειάζεται να συμπεριφερθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο, τον αναμενόμενο δηλαδή σε μια παρόμοια περίπτωση.

Με λίγα λόγια, δύο ειδών καταστάσεις δημιουργούν άγχος: καταστάσεις απόδοσης, κάνω κάτι παρουσία άλλων και συνθήκες συνδιαλλαγής, έρχομαι σε επαφή με κάποιον. Ο κύριος φόβος και στις δύο περιπτώσεις είναι η αρνητική κριτική.

Οι καταστάσεις απόδοσης και οι συνθήκες συνδιαλλαγής μπορούν να πάρουν πολλές διαφορετικές μορφές και να αφορούν σε πληθώρα δραστηριοτήτων της καθημερινής μας ζωής τις οποίες είναι σχεδόν αδύνατο να αποφύγει κανείς, ωστόσο δεν είναι για όλους οι ίδιες. Για κάποιους είναι δυσκολότερο να συνδιαλλαγούν με ανθρώπους που έχουν κάποια εξουσία, συνομήλικούς τους ή άτομα του άλλου φύλου, καθώς αισθάνονται ότι θα κριθούν ευκολότερα και περισσότερο αρνητικά ή οι άλλοι θα περιμένουν κάτι από αυτούς, στην περίπτωση του άλλου φύλου, φλερτάρισμα και εκδήλωση ενδιαφέροντος.

Ο φόβος της κριτικής εμφανίζεται επίσης όταν κάποιος αισθάνεται ότι ελέγχεται για κάτι, όπως σε μια συνέντευξη για εργασία αλλά και όταν γράφει παρουσία άλλων, κάνει γυμναστική σε ένα γεμάτο κόσμο γυμναστήριο, ή τρώει σε μια ταβέρνα. Οι δημόσιοι χώροι προκαλούν συχνά κοινωνικό άγχος καθώς δίνουν την ευκαιρία σε άλλους ανθρώπους να παρατηρήσουν τη συμπεριφορά, την απόδοση καθώς και τα σωματικά συμπτώματα που συνήθως έχει κάποιος που αισθάνεται άγχος και φόβο, όπως το τρέμουλο των χεριών, την εφίδρωση και το κοκκίνισμα.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, το άτομο πιστεύει ότι θα ενεργήσει με τέτοιο τρόπο που θα ντροπιαστεί, θα γελοιοποιηθεί ή θα αισθανθεί αμήχανα. Στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται να συμβεί κάτι από τα παραπάνω για να έχει πολύ άγχος. Αισθάνεται άσχημα απλά και μόνο με το φόβο και τη σκέψη ότι θα συμβεί κάτι που θα τον κάνει ρεζίλι στα μάτια όλων, θα καταδείξει την αδυναμία και την ανικανότητά του να ανταπεξέλθει σε παρόμοιες καταστάσεις και θα τον εκθέσει. Το άγχος και ο φόβος επηρεάζουν σημαντικά το σώμα, τη συμπεριφορά και τη σκέψη.

Συγκεκριμένα, ο άνθρωπος που υποφέρει από κοινωνική φοβία νιώθει πολλά σωματικά συμπτώματα όπως ταχυκαρδία, δυσφορία και δύσπνοια, κοκκίνισμα, τρέμουλο, εφίδρωση, διάρροια. Κάποιες φορές τα συμπτώματα αυτά είναι δυνατό να γίνουν πολύ έντονα και να πάρουν τη μορφή κρίσεων πανικού, δηλαδή να αυξηθούν σημαντικά σε ένταση μέσα σε λίγα λεπτά και να συνοδευτούν από φόβο ότι κάτι πολύ κακό συμβαίνει όπως εγκεφαλικό ή έμφραγμα και ότι υπάρχει κίνδυνος ακόμη και για την ίδια τη ζωή του.

Τα συμπτώματα αυτά είναι τόσο έντονα και επώδυνα που το άτομο τα φοβάται, δεν θέλει να τα βιώνει και για το λόγο αυτό αλλάζει σημαντικά τη συμπεριφορά του και αποφεύγει τις καταστάσεις και τις δραστηριότητες όπου είναι πιθανό να αισθανθεί δυσάρεστα. Τέλος, η σκέψη του αναφορικά τόσο με την πιθανότητα να συμβούν δυσάρεστα συμβάντα, όπως να γίνει ρεζίλι και να γελούν οι άλλοι μαζί του, όσο και με την ικανότητά του να διαχειριστεί το άγχος του επηρεάζεται σημαντικά και κάνει όλο και περισσότερο αρνητικές σκέψεις και σενάρια καταστροφής.

Εξ αιτίας όλων των παραπάνω, ο άνθρωπος με παθολογικό άγχος αποφεύγει να μιλήσει μπροστά σε κοινό, να εξεταστεί για παράδειγμα σε ένα μουσικό όργανο ή να γράψει κάτι παρουσία άλλων, να φάει και να πιει μαζί με άλλους, να κάνει κάποια εργασία υπό επίβλεψη, ακόμη και να χρησιμοποιήσει δημόσια τουαλέτα. Επίσης, αποφεύγει να μπει σε ένα χώρο όπου ήδη είναι συγκεντρωμένοι άλλοι άνθρωποι, να μπει σε ένα θέατρο ή κινηματογράφο μετά την έναρξη της παράστασης ή να βγει από εκεί νωρίτερα, να διασχίσει ένα χώρο με κόσμο, όπως καφετερία, πλατεία ή πεζόδρομο.

Η αίσθηση ότι θα βρεθεί στο επίκεντρο της προσοχής και θα γίνει αντικείμενο σχολιασμού είναι πολύ έντονος και κάνει τις παραπάνω καταστάσεις από δύσκολες έως απαγορευτικές.

Όπως ισχύει με όλες τις φοβίες, ο άνθρωπος που πάσχει από κοινωνική φοβία έχει πλήρη επίγνωση ότι ο φόβος του είναι υπερβολικός και παράλογος. Παρατηρώντας τη συμπεριφορά των άλλων συνειδητοποιεί ότι η ένταση του φόβου του ξεπερνά τα συνηθισμένα άγχη, γεγονός που τον κάνει να αισθάνεται μειονεκτικά και δυσάρεστα. Συχνά οι ασθενείς με κοινωνική φοβία αποδίδουν στον εαυτό τους χαρακτηρισμούς όπως ανίκανος, αδύναμος και ανεπαρκής, γεγονός που φανερώνει την επίπτωση της φοβίας στην αυτοεκτίμηση του πάσχοντα.

Γενικότερα, η κοινωνική φοβία έχει μεγάλη επίδραση στη ζωή των ανθρώπων καθώς δυσκολεύει κάθε τους συναλλαγή επηρεάζοντας την προσωπική και κοινωνική τους ζωή, την ακαδημαϊκή και επαγγελματική επίδοση και τη γενικότερη προσαρμογή τους ενώ συχνά συνοδεύεται από υπερβολική χρήση αλκοόλ.

Η κοινωνική φοβία περιγράφηκε για πρώτη φορά ως διαταραχή μόλις το 1980, και μόλις λίγα χρόνια αργότερα κατονομάστηκε από πολλούς ως η «αγνοημένη διαταραχή» καθώς ήταν δυσδιάκριτη η διαφοροποίησή της από την ντροπαλότητα, ενώ δεν ήταν ξεκάθαρο σε ποιο σημείο τελείωνε η φυσιολογική συστολή και άρχιζε ο παθολογικός φόβος. Έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι η κοινωνική φοβία εμφανίζεται κυρίως στο τέλος της παιδικής και στην εφηβική ηλικία, με μέση ηλικία τα 15 χρόνια.

Στον γενικό πληθυσμό περίπου 8% νοσούν κατά τη διάρκεια ενός έτους ενώ κάποια στιγμή στη ζωή τους θα νοσήσουν από κοινωνική φοβία περίπου το 13%. Η κοινωνική φοβία αποτελεί την τρίτη συχνότερη ψυχική διαταραχή στις ΗΠΑ, μετά την κατάθλιψη και την εξάρτηση από το αλκοόλ. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν πολύ πρόσφατα στοιχεία για τη συχνότητα της διαταραχής στον ελληνικό πληθυσμό, ωστόσο σε μια έρευνα που ολοκληρώθηκε το 2004 στη Μονάδα Θεραπείας Συμπεριφοράς του Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών για την αξιολόγηση της δεκαπενταετούς λειτουργίας της, βρέθηκε ότι από τους ανθρώπους που ζήτησαν βοήθεια για προβλήματα που σχετίζονταν με άγχος τα τελευταία 15 χρόνια, το 10% έπασχε από κοινωνική φοβία.

Η ίδια η φύση της κοινωνικής φοβίας δυσκολεύει συχνά κάποιον που υποφέρει από αυτήν να ζητήσει βοήθεια καθώς θεωρεί ότι θα εκτεθεί, με αποτέλεσμα η αναζήτηση βοήθειας να είναι συχνά δύσκολη ή να μετατίθεται χρονικά στερώντας από τον ασθενή την ευκαιρία να λύσει τα κοινωνικά προβλήματα όσο ακόμη είναι νέος και αυτά περιορισμένα, να χαρεί και να δημιουργήσει φίλους και να αισθανθεί ικανός και επαρκής. Άλλοι αγνοούν ότι τα προβλήματά τους αποτελούν συμπτώματα και συνέπειες μιας διαταραχής που μπορεί να αντιμετωπιστεί και θεωρούν ότι είναι φτιαγμένοι με αυτόν τον τρόπο και άρα καταδικασμένοι να φοβούνται σε όλη τους τη ζωή.

Τέλος, κάποιοι δεν ξέρουν πού να αναζητήσουν βοήθεια, αν χρειάζονται παθολόγο για τα σωματικά τους συμπτώματα, μακιγιέρ για το κοκκίνισμα τους, νευρολόγο για την τρεμούλα ή ψυχολόγο. Ακόμη και στην περίπτωση που καταλήξουν στον ειδικό ψυχικής υγείας, το δίλημμα ψυχίατρος ή ψυχολόγος και το είδος της θεραπείας ή της ψυχοθεραπευτικής πρακτικής που ασκούν αποτελεί συχνά για αυτούς ένα γρίφο.

Η κοινωνική φοβία κατατάσσεται στις διαταραχές άγχους και η θεραπευτική προσέγγιση που φαίνεται από τα ερευνητικά δεδομένα να έχει τα καλύτερα αποτελέσματα στην αντιμετώπισή της είναι η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία. Η συγκεκριμένη θεραπεία προτείνεται ως καταλληλότερη και πιο αποτελεσματική για τις Διαταραχές Άγχους τόσο από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας όσο και από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία, δύο από τους εγκυρότερους οργανισμούς για την αντιμετώπιση της Ψυχικής Ασθένειας.

Η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία είναι μια εμπειρικά τεκμηριωμένη θεραπεία για την αντιμετώπιση πληθώρας ψυχικών διαταραχών, ανάμεσα σε αυτές και η κοινωνική φοβία στην οποία η αποτελεσματικότητά της μετά από πολλές και πολυετείς μελέτες φαίνεται να είναι ιδιαίτερα υψηλή. Η συγκεκριμένη θεραπεία για την κοινωνική φοβία έχει τους ακόλουθους στόχους:

-να αντιμετωπίσεις τις κοινωνικές συνθήκες και δραστηριότητες που φοβάσαι

-να εγκαταλείψεις τις συμπεριφορές ασφάλειας

-να διακόψεις τις αποφυγές, και

-να αποκτήσεις διορθωτικές πληροφορίες που είναι ασύμβατες με τις δυσλειτουργικές σου πεποιθήσεις

Ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιούνται και επιτυγχάνονται τα παραπάνω είναι συγκεκριμένος, σταδιακός, και δομημένος με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται η σταδιακή προσέγγιση των δυσκολιών, η εκμάθηση νέων τρόπων αντιμετώπισης και διαχείρισης του άγχους και η μείωση του φόβου και του άγχους που βιώνεται. Η συγκεκριμένη θεραπεία έχει βασικές αρχές που προσαρμόζονται στις ιδιαίτερες ανάγκες και στην προσωπικότητα του πάσχοντα. behaviortreatment.gr

Γράφει η

Πασχαλιά Μυτσκίδου

Ψυχολόγος- Διδάκτορας Κλινικής Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Η Μονάδα Θεραπείας Συμπεριφοράς προσφέρει θεραπεία για την Κοινωνική Φοβία.

shares