« Μια καλλιτεχνική αποκάλυψις.   Ένας άγνωστος μεγάλος, Έλλην λαϊκός  ζωγράφος. Ο Θεόφιλος  Χατζημιχαήλ,».

(20  Σεπτεμβρίου 1935 εφημερίδα  Αθηναϊκά  Νέα)

Από αυτό το σημείο ξεκινάει η μετά θάνατον σταδιοδρομία του Θεόφιλου του μόνου καλλιτέχνη που μπόρεσε να συλλάβει  και να αποδώσει με τόσο απλοϊκά μέσα  την  καθαρότητα  του ελληνικού χρώματος.

«Ο Παπαδιαμάντης της  ζωγραφικής» όπως τον αποκαλεί ο Τ. Μπάρλας γεννήθηκε στη Βαρειά της   Λέσβου περί το 1870 και μεγάλωσε στη  Σμύρνη. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε στο Βόλο και στα χωριά του Πηλίου.

Ήταν το πρώτο από τα οκτώ παιδιά του  Γαβριήλ Χατζημιχαήλ και της  Πηνελόπης  Ζωγράφου.

Ο πατέρας της  Πηνελόπης ασκούσε το επάγγελμα του αγιογράφου και ήταν άνθρωπος ευκατάστατος.

Ο  Θεόφιλος ήταν ένα αδικημένο από την φύση παιδί.                                                                                                                  Μια άγνωστη  αρρώστια του αφήνει βαρύ τραυλισμό ο οποίος το βασανίζει για όλη του τη ζωή.

Την ήδη  μειονεκτική του κατάσταση επιβαρύνει το γεγονός ότι  είναι  αριστερόχειρας και κατά την κρατούσα αντίληψη της εποχής ήταν ένας άνθρωπος σχεδόν ανάπηρος. Αποτέλεσμα όλης αυτής της κατάστασης ήταν να  αποφεύγει τα παιδιά  της ηλικίας του και να απομονώνεται στο υπόγειο του σπιτιού του και να ζωγραφίζει τραγουδώντας.

Oι ατελείωτες   ώρες απομόνωσης και μοναξιάς    στο υπόγειο εργαστήριο γίνονται ώρες άσκησης και δημιουργίας. Πληγωμένος από τη ζωή προσπάθησε να φτιάξει τον δικό του κόσμο σαν ένα οχυρό όπου θα ένιωθε λιγότερο ευάλωτος, και ίσως να μπορούσε εκεί να φτιάξει αυτό που δεν  μπόρεσε να κληρονομήσει από τον παππού του. Αυτό που του έλειπε και τόσο λαχταρούσε ,αυτό που ύμνησε περισσότερο στο έργο του  – τ η λεβεντιά.    Πολύ νέος έφηβος ακόμα εγκαταλείπει το οικογενειακό του περιβάλλον και φεύγει για τη Σμύρνη.    Γκιαούρ  Ισμίρ λεγόταν η  Σμύρνη την εποχή εκείνη ,δηλαδή  Σμύρνη των Γκιαούρηδων (των Ελλήνων) γιατί τα δύο τρίτα των 280.000 κατοίκων είναι  `Ελληνες.

Το ελληνικό στοιχείο κάνει  κυρίαρχη την παρουσία του καθιστώντας  την πόλη  οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο.  Εκεί αποκτά κάποιες σχέσεις  με το προσωπικό του  Ελληνικού  Προξενείου και κάνει την ζωγραφική επάγγελμα.                                                                                                                                              

 

Είναι ο ιδανικός τόπος για τον Θεόφιλο γιατί οι `Έλληνες της Ανατολής , σε αντίθεση  με την  υπόλοιπη Ελλάδα που είχε αρχίσει να ερωτοτροπεί  με την δυτική κουλτούρα, είχαν διατηρήσει ζωντανή την παράδοση και αναλλοίωτη την αισθητική τους.                                                                                                                                                            Πηγή έμπνευσης για τον Θεόφιλο είναι η Αρχαία  Ελλάδα, το έπος του 21, ο Ερωτόκριτος.

Το όνειρό του να  κάνει κάτι σπουδαίο στη ζωή του γίνεται πραγματικότητα το 1897 . Κατατάσσεται  εθελοντής στο στρατό στον ελληνοτουρκικό πόλεμο και λέγεται ότι σκότωσε ένα τούρκο που προσπάθησε να δολοφονήσει τον  Έλληνα  Πρόξενο.

Κυνηγημένος από τους Τούρκους , βρίσκει καταφύγιο στα χωριά του Πηλίου και για κάποιο διάστημα ζει στο Βόλο  όπου τα πράγματα θα εξελιχθούν πολύ άσχημα γι’ αυτόν.

Οι κάτοικοι της πόλης και των γύρω περιοχών που έρχονται σε επαφή μαζί του τον αντιμετωπίζουν σαν κατώτερο και άξιο αστεϊσμών.

Τα χρήματα που παίρνει για τις λιγοστές παραγγελίες είναι ελάχιστα περισσότερα από την αξία των υλικών που χρησιμοποιεί και συνήθως την αμοιβή του συμπληρώνουν

ένα – δύο πιάτα φαγητό και λίγο κρασί.   Για να μπορέσει να επιβιώσει αναγκάζεται να κάνει αγροτικές δουλειές, να κουβαλάει νερό στα σπίτια, να ασβεστώνει, να κόβει ξύλα, να ξεχορταριάζει.

Παρά τις άθλιες συνθήκες κάτω από τις οποίες ζει δεν χάνει το κουράγιο του και το χιούμορ του.

Φοράει πάντα φουστανέλα (από τα είκοσι του χρόνια) και δεν την αποχωρίζεται ως το τέλος της ζωής του γιατί είναι γι’ αυτόν σύμβολο λεβεντιάς. Τις  Απόκριες μεταμφιέζεται σε Μέγα Αλέξανδρο και δίνει αυτοσχέδιες  παραστάσεις για να διασκεδάσει τον κόσμο.

Η πιο όμορφη και δημιουργική  περίοδος για τον Θεόφιλο  ξεκινά  το 1925  μετά την μικρασιατική  καταστροφή , όταν πλημμύρισε  η Ελλάδα από τους ξεριζωμένους `Έλληνες της  Μικράς  Ασίας

Όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι και στον Βόλο εγκαταστάθηκαν αρκετές εκατοντάδες  προσφύγων που προσπαθούσαν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους.

Άνθρωποι  δημιουργικοί , με ευρύ πνεύμα καλόκαρδοι και με μεράκι αγκάλιασαν τον Θεόφιλο γιατί  ήταν αυτός  που μπορούσε να τους εκφράσει εικαστικά. Είχε ζήσει στη Σμύρνη ο Θεόφιλος και οι εικόνες  και το άρωμα της Ανατολής ,το σμυρναίικο τραγούδι έχουν γίνει κομμάτι του εαυτού του  που βρίσκει την ευκαιρία να εκφραστεί.

Στα έργα αυτής της περιόδου βλέπουμε ένα Θεόφιλο πιο χαρούμενο να φτιάχνει έργα γεμάτα φως  και έντονα χρώματα, έργα διαφορετικά , σαν τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνονταν. Γέμισε τις προσφυγικές παράγκες με λουλούδια , παραστάσεις και τοπία που θύμιζαν τις χαμένες πατρίδες, φιλοτέχνησε επιγραφές με τίτλους γεμάτους νοσταλγία «Το ωραίον  Κορδελιό», « Η μυροβόλος  Σμύρνη»…

Στα έργα του ξεδιπλώνεται ζωγραφική παράδοση την οποία με την ιδιορρυθμία  που τον διέκρινε τη  μεταμόρφωσε χωρίς να αλλοιώσει την ουσία της και την χρησιμοποίησε για να εκφράσει και να αποδώσει το συναίσθημα καθώς και ηθικές και μεταβυζαντινοί  καλλιτέχνες  θα διαπιστώσουμε πως ο Θεόφιλος ακολουθούσε  την ίδια μέθοδο δουλειάς  και θρησκευτικές ,αξίες ολόκληρου του Γένους των Ελλήνων.

Αν θυμηθούμε πώς δούλευαν οι βυζαντινοί και  μεταβυζαντινοί καλλιτέχνες , θα διαπιστώσουμε πως ο Θεόφιλος  ακολουθούσε την ίδια με αυτούς μέθοδο δουλειάς  και ως  εκ τούτου αντιπροσωπεύει το τελευταίο στάδιο της ελληνικής ζωγραφικής, που ριζωμένη στο Βυζάντιο  άνθισε και έδωσε καρπούς ως το τέλος του 19ου αιώνα. Τα θέματα των έργων του είναι πολλά. Προσωπογραφίες (ηρώων   καθώς και συγχρόνων του), τοπία, απόψεις πόλεων, σκηνές της καθημερινής ζωής και τα παραδοσιακά διακοσμητικά του.

Ξεχωριστή κατηγορία είναι οι εικόνες  και οι σκηνές από την Παλαιά  Διαθήκη. Πρότυπά του υπήρξαν  οι εκκλησίες της βυζαντινής εποχής με τις προσωπογραφίες των αρχαίων σοφών στους νάρθηκες, σύγχρονές  του κάρτες , λαϊκές εικόνες και φωτογραφίες.

Για όλους αυτούς λόγους τα έργα του θυμίζουν πολλές φορές , φιγούρες του Καραγκιόζη ή το αντίστροφο , επειδή αντλούν από την ίδια πηγή και απευθύνονται στο ίδιο κοινό. Από τα στοιχεία αυτά καταλαβαίνουμε ότι ο Θεόφιλος μαθήτευσε την τέχνη του κοντά σε ζωγράφο που ακολουθούσε την παράδοση και δεν ήταν αυτοδίδακτος.

Τριάντα ολόκληρα χρόνια έζησε στο Βόλο και στο Πήλιο μέσα σε φτώχεια και πίκρα. Το 1927 δέχτηκε το τελειωτικό χτύπημα. Ενώ ζωγράφιζε την πρόσοψη ενός μαγαζιού ανεβασμένος σε μια σκάλα ,κάποιος για να διασκεδάσει τράβηξε τη σκάλα και ο Θεόφιλος σωριάστηκε στο έδαφος. Με το κορμί χτυπημένο και με ματωμένα χέρια και πρόσωπο απομακρύνθηκε χωρίς να πει κουβέντα και από εκείνη την ημέρα εξαφανίστηκε από εκείνα τα μέρη. Αργότερα μαθεύτηκε πως γύρισε στην πατρίδα του την Μυτιλήνη.

Η πρώτη λάμψη της δόξας φάνηκε  στο πρώτο ευνοϊκό δημοσίευμα για την τέχνη του, από τον Κώστα Ουράνη  στο φύλλο της 5ης Αυγούστου 1930 της εφημερίδας  Ελεύθερον  Βήμα.

Ένα χρόνο πριν στα 1929 γνωρίστηκε με τον Στρατή Ελευθεριάδη ,το τεχνοκριτικό  του Παρισιού Στρατή  Ελευθεριάδη γνωστό ως Tirade. Η γνωριμία τους  έγινε μέσω του ζωγράφου Γιώργου Γουναρόπουλου ο οποίος φωτογράφησε τοιχογραφίες του Θεόφιλου στο Βόλο και τις έδειξε με ενθουσιασμό  στον Ελευθεριάδη.

Την εποχή εκείνη ο Ελευθεριάδης ήταν εκδότης και διευθυντής  των περιοδικών Cahiers d’ Art , Miniature , Verve και με την κριτική του ανέδειξε πολλούς από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης  Τέχνης.

Αμέσως μόλις γνωρίστηκε με τον Θεόφιλο του πρότεινε για μια έκθεση στο Παρίσι . Ο ζωγράφος ρίχτηκε με ενθουσιασμό στο έργο του και αυτή τη φορά έδωσε όλη του την ψυχή , όμως τον σταμάτησε ο θάνατος και μπόρεσε να χαρεί και να δικαιωθεί.

Οι εκθέσεις των έργων του στην Αθήνα και στο Παρίσι πριν και μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο επιβεβαίωσαν τις πρώτες εκτιμήσεις για τη ζωγραφική του. Τον χαρακτήρισαν Έλληνα λαϊκό ζωγράφο που άφοβα μπορεί να σταθεί δίπλα στους σημαντικούς ξένους ναϊφ ή τον είδαν σαν ζωντανό δεσμό με την παράδοση του τόπου μας και έτσι πήρε τις διαστάσεις μυθικής μορφής – σε αυτό βοήθησε πολύ και ο τρόπος ζωής του-μιας μορφής που ήρθε αθόρυβα έζησε και εργάστηκε ταπεινά και αναγνωρίστηκε αφού πέθανε.

Το1936 ο Tirade οργανώνει έκθεση έργων του στο Παρίσι εκεί δύνεται η ευκαιρία να μιλήσουν για το έργο του διεθνείς προσωπικότητες όπως ο Le Corbusier  ο οποίος αναφέρει. «`Ένας ζωγράφος γεννημένος από το ελληνικό τοπίο και τα έθιμά του….

Εδώ ο Θεόφιλος δεν είναι άλλο από ένα πρίσμα σωστά πελεκημένο. Και μου αποκαλύπτει όχι το δικό του δράμα , αλλά την ουσία των πραγμάτων. Χωρίς τέτοια «μέντιουμ», τα μάτια μας ,στέλνοντας οδηγίες στους φουσκωμένους από την τύρβη του καιρού εγκεφάλους μας , δεν θα έβλεπαν τούτα τα πράγματα , που είναι το ίδιο το γεγονός , απογυμνωμένο απ’ την αυθαιρεσία ,ακριβές , συγκινητικό , φυσικό.

Μέσω του Θεόφιλου ιδού το τοπίο και οι άνθρωποι της Ελλάδας: κοκκινόχωμα , πευκότοπος και ελαιώνας, θάλασσα και βουνά των θεών , άνθρωποι που λούονται σε μια τολμηρά επικίνδυνη ηρεμία που προσφέρεται στα μυτερά σκιρτήματα της ψυχής».

Γράφει η Ζωγράφος – Εικαστικός

Στέλλα Θεοδωσίου-Μπισιώτη

shares