Οι διαπροσωπικές σχέσεις αποτελούν το «κλειδί» για την προσωπική μας εξέλιξη και ταυτότητα, την παραγωγικότητα και την επαγγελματική επιτυχία, το νόημα και την ποιότητα της ζωής μας, τη σωματική και ψυχική μας υγεία, την επιτυχή αντιμετώπιση αγχογόνων καταστάσεων, την αυτοπραγμάτωση και τον ανθρωπισμό μας (Johnson & Johnson, 1991). Μέσα από τις θετικές διαπροσωπικές του σχέσεις ο άνθρωπος μπορεί να βοηθηθεί να ξεπεράσει τις ανασφάλειες και τα άγχη του, να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, να αλλάξει τη συμπεριφορά του, να εξελιχθεί.

Πολλές έρευνες έχουν διαπιστώσει και καταδείξει τη σπουδαιότητα της διαπροσωπικής εμπλοκής δασκάλου-μαθητή, που οδηγεί στη δημιουργία ενός μαθησιακού περιβάλλοντος το οποίο διευκολύνει την ανάπτυξη της μάθησης, την ανάπτυξη κινήτρων και την αυτονομία ( Ryan, 1995; Ryan & Powelson, 1991; Ryan & Stiller, 1991).

Οι καλές διαπροσωπικές σχέσεις στο σχολικό περιβάλλον, και ιδιαίτερα μεταξύ των εκπαιδευτικών και μαθητών, επηρεάζουν θετικά την όλη μαθησιακή και κοινωνική εξέλιξη των μαθητών (Aspy & Roebuck, 1977; Bernieri, 1991; Rogers & Freiberg, 1994), δεδομένου ότι ικανοποιούν τις βασικές τους ανάγκες (Edwards, 1997; Jones & Jonesm 1998) και ενισχύουν σε μεγάλο βαθμό την αυτοαντίληψη και την αυτοεκτίμησή τους (Burden, 1995; Edwards, 1997; Jones & Jones, 1998; Λοενταρή, 1997).

Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει είναι το είδος, η ποιότητα της διαπροσωπικής επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης που αναπτύσσεται και χαρακτηρίζει τη σχέση δασκάλου-μαθητή. Έχει διαπιστωθεί ότι οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι διακρίνονται από ειλικρινές ενδιαφέρον, φροντίδα, συναισθηματική κατανόηση και σεβασμό για τους μαθητές τους αναπτύσσουν καλύτερες διαπροσωπικές σχέσεις μαζί τους (π.χ. Joyce & Weil, 1986).

Επειδή όμως υπάρχουν πολλοί εκπαιδευτικοί που δεν έχουν καλλιεργήσει αυτές τις δεξιότητες, και άρα δεν είναι ιδιαίτερα ικανοί να αναπτύξουν θετικές, εποικοδομητικές σχέσεις με τους μαθητές τους, θεωρείται απαραίτητο να ευαισθητοποιηθούν και να εκπαιδευτούν σε αυτές. Η ενσωμάτωση μίας ποικιλίας αντιδράσεων και δεξιοτήτων σε αυτές που ήδη κατέχουν, οι οποίες αποδεδειγμένα συμβάλλουν στη δημιουργία καλών διαπροσωπικών σχέσεων, αυξάνει την πιθανότητά τους να γίνουν αντιληπτοί ως πρόσωπα με κατανόηση και ειλικρινές ενδιαφέρον.

Οι αποτελεσματικοί τρόποι αλληλεπίδρασης θα μετατρέψουν σε σχέση συνεργασίας με τους μαθητές την προηγούμενη σχέση αδιαφορίας ή αντιπαλότητας. Συγχρόνως, θα αποτελέσουν τη βάση μιας περισσότερο εποικοδομητικής αλληλεπίδρασης σε όλο το περιβάλλον του σχολείου, προάγοντας έτσι ένα θετικό σχολικό κλίμα.

Πηγή: Μαλικιώση-Λοϊζου, Μ. (2001). Η Συμβουλευτική Ψυχολογία στην Εκπαίδευση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

  Γράφει η Καλλιόπη Σωτηράκη

ψυχολόγος

σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού

MSc

shares