Μη κοιτάζεις το Δρόμο….ακολούθησέ τον! Ναι, αλλά ποιο δρόμο; Πως να τον ακολουθήσω και μέχρι που να πάω;

Ποιο δρόμο να πάρω και γιατί να αλλάξω μιας και ζω ευχαριστημένος, χωρίς άσχημες αναμνήσεις, χωρίς στενοχώριες για το παρόν ή αβεβαιότητα για το μέλλον;
Ζω ευχαριστημένος με όσα έχω καταφέρει. Ζω ευχαριστημένος με τους φίλους που έχω. Ζω ευχαριστημένος με την καθημερινότητα που κυλάει. Ζω ευχαριστημένος με…

Χαρούμενος όμως; Είμαι χαρούμενος; Ζω ευχαριστημένος ή χαρούμενος;

Ζω στο μονοπάτι που χάραξε η ζωή, χωρίς να προσπαθώ να αλλάξω κάτι. Χωρίς να προσπαθώ να ονειρευτώ και να αγγίξω το όνειρό μου. Βλέπω τη ζωή να περνάει χωρίς να τη σκέφτομαι, διασκεδάζω όπως οι αφελείς, περισσότερο με την όψη των πραγμάτων παρά με το νόημά τους.

Γέμισε η ζωή μου σκόνη, σκόνη ευημερίας και μονοτονίας………και γω; Εγώ δεν έκανα τίποτα για τινάξω από πάνω μου τη σκόνη αυτή που απειλούσε σιγά – σιγά να σκεπάσει τη ζωή μου.

Μέχρι που η ανησυχία δεν μπορούσε άλλο να παραμείνει υπόκωφη. Οι νύχτες άρχισαν να γίνονται αγωνιώδεις και πολλές φορές εφιαλτικές. Ξυπνούσα ιδρωμένος, με την καρδιά να χτυπά δυνατά, χωρίς να ξέρω γιατί. Αισθανόμουν το μυστήριο, το ανεκπλήρωτο να έρχεται να με συναντήσει μέσα στη σκιά……να ανεβαίνει σιγά σιγά στην πλάτη μου σαν μια υπόκωφη παλίρροια, που ερχόταν όμως ορμητικά από την άλλη μεριά της θάλασσας.

Ποτέ πια δεν ένιωσα ηρεμία και γαλήνη. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή μου έγινε χλωμή. Και γω που είχα τα πάντα, ένιωθα να μου λείπουν όλα. Προσπαθούσα μέσα στα όνειρά μου να σκεφτώ μια ικανοποίηση, μια απόλαυση που θα με γαλήνευε, αλλά τίποτα.

Ξαφνικά ένιωσα να αισθάνομαι διαφορετικά απέναντι στους δικούς μου ανθρώπους, στην οικογένειά μου, στους φίλους μου, σε ότι περιέκλειε ευχαρίστηση μέχρι τότε. Άρχισε να μη με ενδιαφέρει η ζωή μου, ακόμη και αν ήταν ευχάριστη, να μη με ενδιαφέρει η ψυχή μου, ακόμη και αν ήταν δική μου.

Αυτό που ένιωθα δεν ήταν πόνος, ούτε ανησυχία. Δεν είχε τη φλόγα της επιθυμίας, ήταν η πραγματική επιθυμία. Δεν είχε σχέση ούτε με τα πρόσωπα, ούτε με τα πράγματα, αλλά με μένα τον ίδιο.

Αγαπούσα, μισούσα αυτό το συναίσθημα…..δεν ξέρω. Το ένιωθα αλλά έμοιαζε τόσο να μην είναι μέσα στην ψυχή μου. Το μόνο που αποζητούσα ήταν η μοναξιά, η απομόνωση από όλους και από όλα. Αυτό το συναίσθημα, αυτό το ακαθόριστο τίποτα, είχε προκαλέσει αλλαγή στη ψυχή μου και κατέληξε να είναι η ουσία του είναι μου. Με κυρίευε νύχτα και μέρα. Εντρυφούσε μέσα στις σκέψεις μου και τις σκόρπιζε με μια μοναδική μανία.

Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια, που συνήθιζα να διαλογίζομαι όταν στη θέση του ύπνου πρόβαλε το μυστήριο της ζωής, σαν κάποιος να προχωρά ανεπαίσθητα, με άγνωστο βήμα στο σκοτεινό διάδρομο και τελικά δεν μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Απλά προσπερνά. Έτσι ένιωσα και τη ζωή μου τότε….απλά να προσπερνά και μάλιστα με βήμα γοργό.

Μη κοιτάζεις το Δρόμο… ακολούθησε τον!

Και έρχεται το μήνυμα, «Μη κοιτάζεις το Δρόμο, ακολούθησέ τον». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή αποφάσισα να φύγω. Να ακολουθήσω το δρόμο μέχρι εκεί που ήθελε το πεπρωμένο. Αυτό και μόνο αυτό. Δεν ήξερα τίποτα περισσότερο. Δεν είχα καμία απάντηση, μια και δεν είχα καμία ερώτηση. Απλά έπαψα να κοιτάζω το Δρόμο και βάλθηκα να τον ακολουθήσω. Δεν θα ήμουν απλός παρατηρητής της ζωής μου. Θα γινόμουν ο Οδοιπόρος της. Δεν ήξερα που θα έφτανα. Δεν ήξερα ούτε καν πως θα έφτανα. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι ήθελα τα σκοτεινά βήματα της ψυχής μου να μπουν στο δωμάτιο και να μην με προσπεράσουν.

Ούτε τα δάκρυα, ούτε η θλίψη των δικών μου μπορούσαν να με κρατήσουν. Ήταν η βουβή και πειστική δύναμη μιας απόφασης που την επιθυμούσα με όλο μου το είναι, με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, με όλη την εμμονή μιας έντονης επιθυμίας που επέτρεπε τη θέλησή μου να θριαμβεύσει. Έπρεπε να ακολουθήσω το δρόμο, να σκέφτομαι μόνο να τον ακολουθήσω, να επιθυμώ μόνο να μην τον εγκαταλείψω. Αυτή ήταν η βαθιά μου επιθυμία, να μην εγκαταλείψω το δρόμο, να μην τα παρατήσω και να συνεχίζω να αναζητώ. Τι άραγε; Τη ζωή, την ίδια τη ζωή, τη δική μου ζωή και όχι την άλλη.

Άρχισα να νιώθω το βάσανο της ελπίδας, όταν ξέρεις ότι ελπίδα είναι να μην έχεις ακόμη επιτύχει αυτό που θέλεις.

Στο βάθος της ψυχής μου, σαν μια λεπτή σταγόνα δροσιάς, κοιμόταν μια ακαθόριστη χαρά μιας απέραντης απελευθέρωσης!

«Μην κοιτάζεις το Δρόμο. Ακολούθησέ τον».

Γράφει η

Ελπίδα Παπαδανιήλ
Σύμβουλος Ψ.Υγείας

psychology.gr

shares