168866-1

Συνέντευξη στην Αγγελική Δημοπούλου
Αποτελεί η Ρωσία την εναλλακτική λύση για την Ελλάδα αν δεν αποδώσει η διαπραγμάτευση με τους ευρωπαίους εταίρους; Θα μπορούσε η Μόσχα να ανταποκριθεί οικονομικά στις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας; Και ποιες θα ήταν οι συνέπειες ενός δανεισμού από τη Ρωσία; Ο Κωνσταντίνος Φίλης, καθηγητής διεθνών σχέσεων και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ) του Παντείου Πανεπιστημίου, μιλάει στο tvxs.gr, για τις ασκήσεις ισορροπίας στη σκακιέρα των διαπραγματεύσεων και εξηγεί τι (δεν) μπορεί να περιμένει η Ελλάδα από τη Ρωσία.

Τηλεφωνική επικοινωνία Τσίπρα – Πούτιν. Είχε κατά τη γνώμη σας κάποιο συμβολισμό;

Στις επικοινωνίες μεταξύ των ηγετών, ανεξάρτητα από το αν είναι προαποφασισμένες, πάντα το momentum που επιλέγεται παίζει το ρόλο του. Έχει κάποιου είδους προεκτάσεις και συμβολισμούς. Δεν προσπαθώ να συνδέσω απολύτως την επικοινωνία των δυο πολιτικών με αυτά που συμβαίνουν τις τελευταίες δυο εβδομάδες αλλά νομίζω ότι τα πρώτα μηνύματα που έχουν έρθει από ρωσικής πλευράς όσον αφορά τις διαθέσεις της χώρας απέναντι στη νέα κυβέρνηση είναι, αν μη τι άλλο, ενθαρρυντικά. Μια πρόσκληση προς τον πρωθυπουργό να επισκεφτεί τη Ρωσία, σε μια στιγμή κατά την οποία η Ελλάδα ξεκινά ουσιαστικά τη διαπραγμάτευση για να επιλύσει τα δικά της ζητήματα σε σχέση με τους ευρωπαίους εταίρους της κι ενώ η συγκυρία για τις σχέσεις Ευρώπης – Ρωσίας είναι αρνητική, έχει τη σημασία της. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ήρθε σε συνέχεια του συγχαρητήριου τηλεγραφήματος θα μπορούσε να έχει συμβεί στο απώτερο μέλλον. Θεωρώ ότι έχει έναν συμβολισμό και έρχεται σε συνέχεια των μέχρι σήμερα θετικών ενδείξεων και μηνυμάτων που λαμβάνουμε από τη Ρωσία ως προς τις προθέσεις της απέναντι στη νέα κυβέρνηση. Λέω, ως προς τις προθέσεις της, και το επαναλαμβάνω γιατί πέρα από αυτό δεν υπάρχει κάτι χειροπιαστό.

Στο ίδιο πλαίσιο που θέσατε, αυτό των προθέσεων, ο υπ. Οικονομικών της Ρωσίας άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να δοθεί δάνειο στην Ελλάδα. Τι σημαίνει κατά την άποψή σας αυτή η δήλωση;

Η δήλωση αυτή – που ήρθε από τον Ρώσο υπ. Οικονομικών – αν θυμάστε έγινε πάνω στην κορύφωση των πρώτων διαγκωνισμών που γινόντουσαν μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των ευρωπαίων εταίρων της. Ακριβώς όταν η καινούργια κυβέρνηση άρχισε να ξεδιπλώνει το σχέδιο το οποίο είχε υποσχεθεί πριν τις εκλογές. Στο ξεκίνημα λοιπόν αυτής της διαπραγμάτευσης η Ρωσία αυτό που έκανε ήταν να δώσει ένα στίγμα των δικών της προθέσεων σε περίπτωση που αυτό κριθεί αναγκαίο. Γιατί όπως καταλαβαίνετε δεν μπορεί να είναι προτεραιότητα της ελληνικής κυβέρνησης η δανειοδότησή της από τη Ρωσία.

Η κυβέρνηση απέκλεισε το ενδεχόμενο… Ήταν όμως μια δήλωση ειδικού βάρους αυτή του Ρώσου ΥΠΟΙΚ ή ένα πυροτέχνημα;

Θα πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί στο τι αξία δίνουμε σε δηλώσεις αξιωματούχων που μάλιστα υποτίθεται ότι εκπροσωπούν μια ολόκληρη χώρα. Εγώ δε λέω ότι ο Ρώσος υπ. Οικονομικών δεν ήταν σε συνεννόηση με το Κρεμλίνο κάνοντας μια τέτοια δήλωση. Αλλά δεν θεωρώ δεδομένο και ότι ήταν σε συνεννόηση. Από το να κάνει μια δήλωση ένας αξιωματούχος ακόμη κι αν είναι ο νυν υπ. Οικονομικών μέχρι το να γνωρίζουμε κατά πόσο αυτό το εννοεί, σε ποιο βαθμό και σε τι επίπεδο αυτό μπορεί να υλοποιηθεί υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά. Γιατί η Ρωσία είναι ένα κράτος που λειτουργεί προσωποκεντρικά, είναι προεδροκεντρικό κράτος κι ασφαλώς ο τελευταίος λόγος ανήκει πάντα στον Πούτιν. Άρα λοιπόν μπορεί να ήταν ένα πυροτέχνημα στον αέρα ή μπορεί να είχε ουσία και περιεχόμενο. Αυτό θα φανεί μόνο αν χρειαστεί να το μάθουμε. Στην περίπτωση δηλαδή που θα αποταθούμε όντως στη Ρωσία για κάτι τέτοιο.

Τι επιδιώκει η Ρωσία με αυτή την «επίθεση φιλίας»;

Η Ρωσία αυτή τη στιγμή είναι μερικώς περιθωριοποιημένη από τους δυτικούς της εταίρους λόγω της Ουκρανίας και λόγω των κυρώσεων που ακολούθησαν την προσάρτηση/προσχώρηση της Κριμαίας. Βρίσκεται υπό πίεση. Είναι σαφές ότι όσα περισσότερα ερείσματα έχει εντός του δυτικού συνασπισμού, των ευρωατλαντικών θεσμών, είτε είναι στην ΕΕ, είτε είναι στο ΝΑΤΟ, είτε είναι και στα δυο – και στην περίπτωση της χώρας μας είναι και στα δυο – τόσο το καλύτερο γι’ αυτήν. Όχι ότι η Ελλάδα έχει το διαμέτρημα για να μπορέσει να αλλάξει συνταρακτικά τα δεδομένα στις σχέσεις Ρωσίας – Δύσης από την άλλη όμως αθροίζοντας χώρες όπως είναι η Ελλάδα, όπως είναι η Ιταλία, η Αυστρία, η Κύπρος, η Ουγγαρία, φτιάχνεις μια κρίσιμη μάζα χωρών.

Είναι πολύ διαφορετικό να είσαι μόνος απέναντι στην ΕΕ των 29 και πολύ διαφορετικό το να έχεις οκτώ, ας πούμε, κράτη που είναι φίλα διακείμενα σε σένα – λόγω συμφερόντων βέβαια, όχι ότι είναι φιλορώσοι. Τα κράτη αυτά θα μπορούσαν σε δεδομένες στιγμές να υποβοηθήσουν τις ευρωρωσικές σχέσεις ή να φρενάρουν τις κυρώσεις ή να επιδιώξουν συνεργασία με τη Ρωσία αντί της συνεχιζόμενης αντιπαράθεσης. Αυτό για τη Ρωσία είναι πολύ κρίσιμο. Επίσης για τη Ρωσία είναι πολύ σημαντική η πολιτική – και την έχει ακολουθήσει κατά κόρον με την Ευρώπη – του «διαίρει και βασίλευε». Δηλαδή θέλει να μπορεί να διαιρεί την Ευρώπη ώστε να μην έχει μια ενιαία στάση και φωνή απέναντί της. Το να κερδίσει λοιπόν συμμάχους – χωρίς πάντως να μπορεί κάποιος να πει μέχρι πιο σημείο μπορούν αυτοί να φτάσουν για τη Ρωσία – είναι μέλημα της Μόσχας προκειμένου να αφαιρέσει από την Ευρώπη τη δυνατότητα αυτής της ενιαίας στάσης.

Αναφορικά με την Ελλάδα τώρα, η Ρωσία έχει περισσότερα κοινά με τη χώρα μας απ’ ότι με άλλα κράτη. Μπορεί οι σχέσεις να μην υπήρξαν ποτέ επί της ουσίας στρατηγικές σε καμία περίοδο – ούτε στην περίοδο Καραμανλή υπήρξαν – αλλά παρά τις αμοιβαίες απογοητεύσεις δεν είναι δύσκολο να οικοδομηθούν σχέσεις. Είναι πιο εύκολο για τη Ρωσία να βρει έναν κοινό παρανομαστή με μια ελληνική κυβέρνηση απ’ ότι με μια χώρα της κεντρικής ή της σκανδιναβικής Ευρώπης. Τώρα έγιναν εκλογές και αναδείχθηκε μια κυβέρνηση που δεν έχει εκδηλωθεί αρνητικά απέναντι στη Ρωσία. Αντιθέτως ακόμη και στο θέμα των κυρώσεων ο ΣΥΡΙΖΑ που είναι κορμός αυτής της κυβέρνησης είχε μια πολύ θετική στάση σε σχέση με τη Ρωσία. Υπάρχουν επίσης οι ΑΝΕΛ που ο πρόεδρος τους ανήκει στο στρατόπεδο αυτών που θέλουν ισχυρούς δεσμούς με τη Ρωσία. Είναι λογικό η Μόσχα να βλέπει μια πολύ καλή ευκαιρία – λαμβάνοντας υπόψη και την πίεση που δέχεται η ελληνική κυβέρνηση – να δείξει ότι υπάρχει κι αυτή και μπορεί με το δικό της τρόπο να βοηθήσει.

Για την Ελλάδα τι είναι η Ρωσία; Η τελευταία επιλογή στην οποία θα στραφεί αν δεν έχει άλλη; Γιατί μια στενή σχέση με τη Ρωσία θα μπορούσε να φέρει προβλήματα στις σχέσεις με την ΕΕ.

Θεωρώ ότι στην παρούσα κυβέρνηση υπάρχουν δυο διαφορετικά σημεία αφετηρίας για το γιατί πρέπει να εμβαθύνουμε τις σχέσεις με τη Ρωσία. Το ένα σημείο αφετηρίας είναι ο Καμμένος. Κατά την προσωπική μου άποψη ανήκει σε αυτή τη σχολή σκέψης που προέρχεται από μια εθνικιστική, σχεδόν ακροδεξιά, πτέρυγα η οποία ισχυρίζεται ότι λόγω των κοινών ιστορικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών δεσμών με τη Ρωσία είμαστε υποχρεωμένοι να αναπτύξουμε τη σχέση μας μαζί της. Γιατί «η Ρωσία ήταν πάντα δίπλα μας» ή γιατί «η Ρωσία είναι μια αδελφή χώρα που μπορεί να μας στηρίξει στα δύσκολα». Αυτά που λέει η συγκεκριμένη σχολή σκέψης έχουν αποδειχτεί κατά το παρελθόν φρούδες ελπίδες από τη μία κι από την άλλη ουδεμία σχέση έχουν με την ιστορική πραγματικότητα. Ο υπ. Άμυνας λοιπόν από αυτά τα οποία λέει – θα δούμε αν θα πρόκειται και γι’ αυτά που θα πράττει – φαίνεται ότι δεν έχει πραγματιστική αντίληψη για το τι συμβαίνει. Έχει υιοθετήσει a priori ότι οι καλές σχέσεις με τη Ρωσία θα ανατρέψουν τα δεδομένα και τις ισορροπίες, θα φοβίσουν τους εταίρους μας και μέσα από αυτό θα καταφέρουμε μία πολιτική ανατροπής. Αυτό είναι εντελώς λάθος κι είναι ευτυχές το γεγονός ότι υπάρχουν παράγοντες εξισορρόπησης αυτής της πολιτικής που είναι επικίνδυνη εθνικά.

Μιλώ για το δεύτερο σημείο αφετηρίας το οποίο είναι πολύ πιο ισορροπημένο κι έχει να κάνει με την αντίληψη του νυν υπουργού εξωτερικών Νίκου Κοτζιά που υποστηρίζει ότι όσο περισσότερο η χώρα διευρύνει τις συμμαχίες της, κυρίως με τον αναδυόμενο κόσμο, δηλαδή Ρωσία, Κίνα κλπ., τόσο μεγαλύτερα περιθώρια διαπραγματευτικών ελιγμών μπορεί να έχει απέναντι στους ευρωπαίους εταίρους της. Αυτή η αντίληψη έχει στοιχεία ρεαλισμού και βέβαια αν αξιοποιηθεί με τον σωστό τρόπο μπορεί σε έναν βαθμό να αποδώσει και καρπούς. Σε αυτές τις διαφορετικές προσεγγίσεις πάντως υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής ότι πρέπει να εμβαθύνουμε τις σχέσεις μας με τη Ρωσία. Το πως θα το κάνουμε όμως, αν θα γίνεται παράλληλα με τη διαπραγμάτευση, αν η Ρωσία θα εμφανιστεί ως υποκατάστατο ή ως συμπλήρωμα των δεσμών και των υποχρεώσεων της χώρας στο πλαίσιο των ευρωατλαντικών θεσμών, αυτό είναι κάτι για το οποίο δεν ξέρω αν υπάρχει μια κοινή γραμμή εντός της κυβέρνησης. Ελπίζω να υπάρχει, διαφορετικά μπορεί να δημιουργηθεί σύγχυση.

Μπορεί η Ρωσία να έχει τη δύναμη να ασκεί διπλωματικές πιέσεις ή οι σχέσεις Ελλάδας – Ρωσίας να αποτελούν «διαπραγματευτικό όπλο». Αν όμως υποθέσουμε ότι η Ελλάδα αναγκάζεται να ζητήσει χρηματοδοτική βοήθεια μπορεί η Ρωσία να ανταποκριθεί οικονομικά;

Κατά την άποψή μου, η Ρωσία ασφαλώς και δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως ένας δυνάμει δανειστής στον οποίο μπορεί να καταφύγει η ελληνική κυβέρνηση στην περίπτωση που δεν καταφέρει να εξασφαλίσει δάνειο από την Ευρώπη. Αυτό δεν πρέπει να γίνει για δυο λόγους. Πρώτον γιατί η Ρωσία δεν έχει τη δυνατότητα να διαθέσει το ποσό των χρημάτων που απαιτείται για να μπορέσει η ελληνική πολιτεία να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις που έχει για την επόμενη διετία. Μόνο για το 2015 η Ελλάδα θα χρειαστεί να δανειστεί περίπου 22 δισ. ευρώ. Είναι δεδομένο, το λέω με απόλυτα ξεκάθαρο τρόπο, ότι η Ρωσία δεν μπορεί να διαθέσει ούτε το ένα τρίτο, ούτε το ένα τέταρτο αυτών των χρημάτων προς την Ελλάδα.

Η ρωσική οικονομία αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε πάρα πολύ δύσκολη κατάσταση, η ύφεση αρχίζει να παγιώνεται, η οικονομική επιβράδυνση είναι τέτοιας φύσεως που εκτιμάται ότι θα έχει αρνητικό πρόσημο τον επόμενο χρόνο της τάξης του 4% -5% σε σχέση με το ΑΕΠ. Οπότε καταλαβαίνετε ότι ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι υπερβαίνουμε όλα τα πολιτικά και θεσμικά εμπόδια που υπάρχουν μια τέτοια επιλογή δεν πρόκειται να αποδώσει καρπούς γιατί η Ρωσία δεν μπορεί να την υποστηρίξει. Αν μιλούσαμε για την Κίνα θα ήταν άλλη κουβέντα. Μιλάω πάντα για το οικονομικό κομμάτι. Γιατί πολιτικά και θεσμικά και πάλι θα είχες πρόβλημα.

Ο δεύτερος λόγος που δεν πρέπει να γίνει κάτι τέτοιο είναι ο εξής: αν εμείς δημιουργήσουμε ένα προηγούμενο όπου τώρα που θέλουμε 2 – 2,5 δισ. ευρώ πούμε «πάμε στη Ρωσία για να τα πάρουμε», την επόμενη φορά μπορεί να χρειαστεί να πάμε εκ νέου στη Ρωσία για να τα πάρουμε. Τότε όμως πιθανότατα η Ρωσία δεν θα έχει τη δυνατότητα και δεν θα έχει και τη διάθεση να μας τα δώσει. Αν αλλάξουμε τις ισορροπίες ως προς τους πιστωτές μας και μάλιστα με τρόπο συγκυριακό, δηλαδή «δεν τα βρίσκω με εσάς, πηγαίνω στον άλλο για να πάρω χρήματα», αυτό θα αλλάξει ευρύτερα και τις ισορροπίες στην εξωτερική πολιτική της χώρας και της θέσης της εντός των ευρωατλαντικών θεσμών. Γιατί δεν μπορεί να δανειζόμαστε από τη Ρωσία και να μην υπάρχουν ανταλλάγματα τα οποία η Μόσχα θα απαιτήσει από εμάς. Καμία χώρα δεν δανείζει κάποια άλλη χωρίς να προσδοκά ανταλλάγματα. Και τα ανταλλάγματα αυτά πολλαπλασιάζονται ανάλογα με το ποσό και τη χρησιμότητα του ποσού που σου δίνονται. Μπορεί να πάρεις ένα δισεκατομμύριο και να είναι τα χρήματα που χρειαζόσουν για να επιβιώσεις οικονομικά και να πάρεις 2,5 δισ. ευρώ και να μην είναι τίποτα.

Ποιες θα μπορούσαν να είναι οι συνέπειες ενός δανεισμού της Ελλάδας από τη Ρωσία;

Αν λοιπόν η Ελλάδα μπει στη διαδικασία να ζητήσει χρήματα από τη Ρωσία κι η Μόσχα έρθει σε ένα ρόλο διασώστη της χώρας έστω κι αν αυτό είναι για κάποιους μήνες αυτό θα δημιουργήσει προσδοκίες από πλευράς Ρωσίας και βέβαια θα δημιουργήσει και πρόβλημα στις σχέσεις μας με τους δυτικούς εταίρους μας. Γιατί θα δείχνουμε την αντίληψη ότι εμείς «μπορούμε να σας υποκαταστήσουμε» έστω και μερικώς, έστω κι ευκαιριακά, με τη Ρωσία. Η δυνατότητα να δανειστούμε από τη Ρωσία υπάρχει αλλά υπάρχουν και συνέπειες. Πριν από έξι μήνες ο Σαμαράς είχε πει ότι θα βγαίναμε στις αγορές. Υπήρχε η δυνατότητα. Δυνητικά. Δεν το απαγόρευε κανείς. Με το που το είπε όμως τα σπρεντ εκτινάχθηκαν, υπερδιπλασιάστηκαν και η δυνατότητα κόπηκε την ίδια στιγμή. Μπορεί λοιπόν η δυνατότητα να υπάρχει και την ίδια στιγμή που θα πει η Ελλάδα «παίρνω 2,5 δισ. ευρώ από τη Ρωσία», η ΕΚΤ – όπως έκανε πριν λίγες ημέρες – να βάλει ακόμη περισσότερο το μαχαίρι στο λαιμό και να βγάλει τη χώρα και από τον ELA. Εκεί έχεις τελειώσει. Η ρευστότητά σου έχει τελειώσει. Δεν θα ψάχνεις για 2,5 δισ. ευρώ. Θα ψάχνεις για 2,5 συν 11 δισ. ευρώ κλπ.

Εγώ θεωρώ ότι είναι εντελώς ουτοπικό, εντελώς εκτός πραγματικότητας να θεωρούμε ότι η Ελλάδα μπορεί να υποκαταστήσει μέρος του δανεισμού της ή μέρος των χρημάτων που έχει ανάγκη για το επόμενο διάστημα από τη Ρωσία. Να υποκαταστήσει δηλαδή τα ευρωπαϊκά χρήματα με ρωσικά. Υπάρχει η δυνατότητα να το κάνει. Αλλά οι συνέπειες θα είναι τόσο οδυνηρές που θα ευχόταν κανείς να μην το έκανε. Γιατί τελικά μπορεί να πας για να πάρεις μια μικρή δόση και να καταλήξεις να χρειαστείς πολλαπλάσια χρήματα αυτής της δόσης ακριβώς λόγω των συνεπειών και λόγω των κυρώσεων που θα επιβάλλουν οι ευρωπαίοι εταίροι στην περίπτωση που γίνει μια τέτοια επιλογή.

Άρα συζητάμε σε μια βάση εκτός πραγματικότητας κι αν γίνει μια τέτοια επιλογή θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν κι άλλου είδους συνέπειες που δεν είναι μόνο οικονομικής φύσεως. Ξαφνικά θα γίνει η Ρωσία βασικός δανειστής. Δεν μιλάμε για έναν έκτακτο δανεισμό. Δεν μπορείς να είσαι μέσα στην ευρωζώνη, μέσα στην ΕΕ, μέσα στο ΝΑΤΟ και ο βασικός δανειστής σου να μην είναι οι αγορές και να είναι η Ρωσία. Συν του γεγονότος ότι η Ρωσία δεν έχει τη δυνατότητα να το κάνει αυτό, όπως αναλύσαμε πριν.

Υπάρχει επίσης ο παράγοντας Αμερική. Πως μπορεί να επηρεάσει τις σχέσεις με τις ΗΠΑ – και μέσω αυτών τη διαπραγμάτευση με τους εταίρους – ένα άνοιγμα στη Ρωσία;

Υποτίθεται ότι αυτή τη στιγμή η Ελλάδα θέλει να βελτιώσει ή τέλος πάντων προσβλέπει στην αμερικανική υποστήριξη σε σχέση με πιθανή αλλαγή στάσης από πλευράς Γερμανίας στις διαπραγματεύσεις. Οι Αμερικανοί καταλαβαίνουν πολύ καλύτερα από τους Γερμανούς, οι οποίοι έχουν μια στενή μονεταριστική αντίληψη δημοσιονομικής προσαρμογής τον γεωπολιτικό κίνδυνο που ελλοχεύει σε περίπτωση που η κατάσταση στην Ελλάδα εκτραχυνθεί. Καταλαβαίνουν πολύ καλύτερα τι θα σημάνει αυτό για τα συμφέροντά τους και τα συμφέροντα της Δύσης. Κι επειδή καταλαβαίνουν καλύτερα έχουν προσπαθήσει τα τελευταία χρόνια να στηρίξουν – ανεπιτυχώς απ’ ότι φαίνεται την Ελλάδα. Κατά τα φαινόμενα όμως γίνεται μια νέα προσπάθεια από πλευράς ΗΠΑ. Αυτό φάνηκε και από τη δήλωση Ομπάμα σε μια συγκυρία πολύ κρίσιμη αλλά και από τη γενικότερη πρόθεσή τους να αλλάξει η πολιτική. Εξάλλου η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας επηρεάζει πάρα πολύ και την αμερικανική οικονομία.

Αν όμως θεωρούμε ότι ο αμερικανικός παράγοντας μπορεί να ασκήσει επιρροή και να έχει κάποιο αποτέλεσμα σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις με το Βερολίνο και θέλουμε κάτι τέτοιο, δεν μπορούμε ταυτόχρονα να κάνουμε ενέργειες οι οποίες δείχνουν να υπονομεύουν ή να θέτουν σε αμφιβολία το κοινό δυτικό μέτωπο απέναντι στη Ρωσία αναφορικά με την Ουκρανία. Για μένα σωστά λέμε ότι θα πρέπει να προτάξουμε τη συνεργασία με τη Ρωσία κι όχι την αντιπαράθεση. Αυτό είναι κάτι αδιαμφισβήτητο βέβαια, το λένε και οι ίδιοι οι Αμερικανοί ακόμη. Δεν μπορεί όμως από τη μία να λέμε ότι δεν θέλουμε επιπλέον κυρώσεις απέναντι στη Ρωσία – που κι αυτό είναι σωστό για τα δικά μας συμφέροντα – γνωρίζοντας ότι η πολιτική των κυρώσεων είναι μια αμιγώς αμερικανική πολιτική στην οποία η Ευρώπη έχει αναγκαστεί να προσχωρήσει, κι από την άλλη να ζητάμε την βοήθεια των Αμερικανών σε σχέση με τη Γερμανία. Εδώ υπάρχει μια σχετική αντίφαση. Αν θέλουμε οι ΗΠΑ να μας βοηθήσουν σε σχέση με τη Γερμανία υποχρεωτικά – έστω συγκυριακά – θα πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί στο τι κάνουμε στο ζήτημα των κυρώσεων, όσο σωστή κι αν είναι η πολιτική απομείωσης των εντάσεων αναφορικά με την Ουκρανία.

Πως μπορεί να διατηρηθεί μια ισορροπία ανάμεσα στις δυο διαφορετικές επιδιώξεις;

Μια προσεκτική και συνετή πολιτική εμβάθυνσης των σχέσεων με τη Ρωσία μπορεί να διευρύνει τα περιθώρια και τις δυνατότητές μας. Οποιαδήποτε πολιτική ηγεσία θα έπρεπε να επιθυμεί κάτι τέτοιο. Κι ασφαλώς η τωρινή κυβέρνηση επιχείρησε να στείλει ένα μήνυμα προς την Ευρώπη ότι «δεν πρέπει να μας θεωρείτε δεδομένους. Δεν πρέπει να θεωρείτε ότι όλες οι αποφάσεις θα λαμβάνονται στις Βρυξέλλες κι εμείς δεν θα έχουμε καμία συμμετοχή σε αυτές». Αυτό ήταν το μήνυμα που εστάλη από τον υπ. Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά. Δεν ήταν τόσο η Ρωσία αλλά το «σταματήστε να μας θεωρείτε δεδομένους, όπως θεωρούσατε τους προηγούμενους, εμείς ήρθαμε για να διαπραγματευτούμε και θα διαπραγματευτούμε από το χρέος και τη δημοσιονομική πολιτική μέχρι τη Ρωσία και τις κυρώσεις». Από την άλλη επειδή η συγκυρία είναι κρίσιμη και για την ελληνική οικονομία και για τις διαπραγματεύσεις δεν πρέπει να συνδέσουμε τη σχέση μας με τη Ρωσία με αυτές. Ή πολύ περισσότερο να «εκβιάσουμε» μέσω μιας πολιτικής προσέγγισης της Ρωσίας προκειμένου να κερδίσουμε κάτι στη διαπραγμάτευση που γίνεται για την ελληνική οικονομία. Είναι δυο διαφορετικά πράγματα και το πιθανότερο είναι αν επιχειρήσουμε να «εκβιάσουμε», να ερεθίσουμε τελικά τα αντανακλαστικά των εταίρων μας, να χάσουμε τα ερείσματά μας και να έχουμε το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιθυμούμε. Εκεί θέλει προσοχή.tvxs.gr

shares