bouli

Κυβέρνηση εθνικής ενότητας, κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας, μεγάλος συνασπισμός αλά ελληνικά. Πάνε και έρχονται τα σενάρια για το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ πριν ή μετά τις εθνικές εκλογές για λόγους πατριωτικού καθήκοντος. Κάτι που δεν κρύβουν πως θα ήθελαν οι εταίροι/πιστωτές και το οποίο ενθαρρύνουν σε κάθε ευκαιρία που τους παρουσιάζεται εντάχθηκε πλέον στην εσωτερική ατζέντα με αφορμή δημοσκόπηση της Metron Analysis (Εθνος της Κυριακής) που δείχνει ότι η κοινωνική πλειοψηφία θα έβλεπε θετικά κάτι τέτοιο. Γιατί όχι, άλλωστε; Η ιδέα της εθνικής συνεννόησης είναι εξαιρετικά δημοφιλής και έχει μόνο φίλους, ειδικά εφόσον το ακριβές περιεχόμενό της περιγράφεται με γενικότητες και αοριστιλογία.

Της Αγγελικής Σπανού

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διακινούνται εδώ και μήνες στο παρασκήνιο μετριοπαθή στελέχη της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ ανταλλάσσουν απόψεις σε γεύματα και δείπνα ζυμώσεων διαπιστώνοντας πως είναι εθνική ανάγκη να μετριαστεί η πόλωση και να αναζητηθούν σημεία σύγκλισης σε ό,τι αφορά στα μεγάλα θέματα: Τη συμφωνία για το χρέος, την ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης, τον εξορθολογισμό του κράτους. Η σεναριολογία έχει προχωρήσει τόσο πολύ που κυκλοφορούν ονόματα ακόμη και για τον πιθανό πρωθυπουργό ενός τέτοιου σχήματος (Π. Πικραμένος), ενώ ο Γ. Δραγασάκης θεωρείται ως το πρόσωπο-κλειδί από την πλευρά του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Βέβαια, από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει κανένα στέλεχος που να έχει δημοσίως τοποθετηθεί θετικά ως προς το ενδεχόμενο μιας συνεννόησης κορυφής που θα μπορούσε να καταλήξει στο σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Το θέμα αυτό έχει θίξει ο Φώτης Κουβέλης, θέτοντας ως προϋπόθεση την εμπλοκή του ΣΥΡΙΖΑ για να επιστρέψει η ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση, πολλές φορές έχει αναδείξει αυτή την ανάγκη η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος είναι ένθερμος υπέρμαχος της συναίνεσης μεταξύ των μεγάλων στα μεγάλα, ενώ ο βουλευτής της ΔΗΜΑΡ Β. Οικονόμου και ο Α. Λοβέρδος έχουν επίσης ευχηθεί να συμβεί κάτι τέτοιο. Με άλλο τρόπο και για διαφορετικούς λόγους, την ανάγκη μιας εθνικής συμφωνίας για να αποφύγουμε την καταστροφή έχουν επισημάνει ο Αλέκος Παπαδόπουλος, ο Γιώργος Φλωρίδης, η Άννα Διαμαντοπούλου.

Η σχτική συζήτηση, λοιπόν, είναι ζωηρή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχει έρεισμα στην πραγματικότητα. Στην Κουμουνδούρου δεν υπάρχουν τέτοιες σκέψεις, αλλά αντίθετα η πολιτική αγωνία επικεντρώνεται στην εξασφάλιση αυτοδυναμίας, αναξάρτητα από τις συνεργασίες που θα επιδιωχθούν μετά μετά τις εκλογές. Στο Μέγαρο Μαξίμου επίσης δεν ενθαρρύουν τέτοιου είδους σεναριολογία η οποία ασφαλώς και δεν περιλαμβάνει σε κεντρικό ρόλο τον πρωθυπουργό Α. Σαμαρά. Για συναφείς λόγους και η Χ. Τρικούπη, παρόλο που εγκαλεί τον ΣΥΡΙΖΑ για άρνηση συστράτευσης στην εθνική διαπραγμάτευση, δεν έχουν λόγους να επιδιώκουν μία εξέλιξη που δεν θα αφορά τον Ευ. Βενιζέλο.

Στη βάση του προβληματισμού και του ενδιαφέροντος για την παραγωγή μιας τέτοιας εξέλιξης βρίσκεται η κοινή διαπίστωση ότι επίκειται πολιτική αλλαγή αργά ή γρήγορα. Το σύστημα προετοιμάζεται για την εποχή ΣΥΡΙΖΑ και αυτό αφορά όλα τα κέντρα διαμόρφωσης αποφάσεων στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες. Το επιχείρημα που προτάσσεται είναι η ισοδυναμία ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ σε κάποιες δημοσκοπήσεις ως απόδειξη ότι το εκλογικό σώμα ζητά από τα δύο μεγάλα κόμματα να χωρέσουν στον ίδιο καναπέ. Ωστόσο, στην Κουμουνδούρου έχουν εντελώς διαφορετική προσέγγιση, πιστεύουν σε μια μεγάλη εκλογική νίκη και δεν έχουν plan b για την περίπτωση που δεν καταφέρουν να επιτύχουν μια καλή εκλογική επίδοση. Η άνεση με την οποία αποκλείουν πλέον το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ είναι πολύ ενδεικτική της στρατηγικής τους στο εξής.

Παρόλα αυτά ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ενότητας συζητείται σε πολιτικά, δημοσιογραφικά, επιχειρηματικά και εκδοτικά γραφεία ως η καλύτερη λύση για την πατρίδα και ως μια αρκετά ρεαλιστική προοπτική εφόσον από το φθινόπωρο ασκηθούν φοβερές πιέσεις από τους εταίρους/πιστωτές προς αυτή την κατεύθυνση. Το παράδειγμα της Ιρλανδίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, όπου τα κόμματα τα βρήκαν μεταξύ τους στα βασικά, είναι αυτό που επικαλούνται οι υποστηρικτές των σεναρίων μεγάλου συνασπισμού, ξεχνώντας πόσο ισχυρή είναι η ελληνική ιδιαιτερότητα ως προς τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και το περιεχόμενο του κομματικού πατριωτισμού.

shares