8eleriti

Να καταβάλει το ποσό ύψους 5.764,48 ευρώ στη βουλευτή Κορινθίας του ΣΥΡΙΖΑ, Μαρία Θελερίτη αποφάσισε το Συμβούλιο Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Πελοποννήσου. Το ποσό αφορά υπερωρίες που έκανε όντας αποσπασμένη στα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ τις χρονιές 2013 και 2014.

H απόφαση:

eggrafo1

 

eggrafo2

H απάντηση της Μαρίας Θελερίτη:

Απέναντι στην μικροπολιτική και τον σεξισμό η σιωπή δεν είναι χρυσός

Απάντηση σε δημοσίευμα της ηλεκτρονικής εφημερίδας Morias news.gr (24/11/15)

* της Μαρίας Θελερίτη, βουλεύτριας ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Κορινθίας

Ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή κι ας θέσουμε κι εμείς κάποια ζητήματα και ερωτήματα. Η βουλεύτρια Μ. Θελερίτη, πριν εκλεγεί και για διάστημα 25 χρόνων εργαζόταν στην τοπική αυτοδιοίκηση. Ήταν με άλλα λόγια εργαζόμενη και βιοποριζόταν από τη δουλειά της, μιας και δεν ανήκει σε κάποιο από τα τοπικά ή υπερτοπικά πολιτικά τζάκια ή τις οικογένειες που χρόνια τώρα στελεχώνουν, με άνδρες σχεδόν κατά αποκλειστικότητα, πολιτικές και συνδικαλιστικές θέσεις ευθύνης σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο και συχνά έχουν αγαστές σχέσεις με τα μέσα ενημέρωσης για λόγους που είναι ευνόητοι, ιδιαιτέρως όταν η πολιτική από λειτούργημα γίνεται επάγγελμα και κληρονομικό δικαίωμα.

Ως εργαζόμενη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα είχε το δικαίωμα – και το άσκησε – να ζητήσει απόσπαση για να εργαστεί στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Ως εργαζόμενη είχε το δικαίωμα – και το άσκησε – να ζητήσει την πλήρη καταβολή των δεδουλευμένων της, άρα και των υπερωριών της, σύμφωνα με όσα ορίζει ο νόμος. Σημειωτέον μάλιστα πως το ποσόν που αναφέρεται αφορά υπερωρίες δύο ετών (2013 -2014), ενώ εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει κατά πόσον είναι πράγματι δυσθεώρητο το ύψος του αν διαιρέσει το καθαρό ποσόν με τους 23 μήνες που αφορά.

Το πρώτο ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι το εξής: Κάτω από ποιες συνθήκες και προϋποθέσεις πρέπει να παραιτείται ο εργαζόμενος/ η εργαζόμενη από τα δικαιώματά του/ της; Γιατί αυτό το ερώτημα προκύπτει από το εν λόγω δημοσίευμα. Δηλαδή τα εργασιακά δικαιώματα ισχύουν υπό προϋποθέσεις οι οποίες μάλιστα σχετίζονται με τη μεταγενέστερη διαδρομή του εργαζόμενου/ της εργαζόμενης και σχετικοποιούνται αναλόγως με τις συνθήκες; Συνθήκες που έχουν να κάνουν με το φύλο των εργαζόμενων, την πολιτική τους δράση και τοποθέτηση, την κομματική τους ταυτότητα ή και το γεγονός ότι δεν ανήκουν σε γνωστές τοπικές ομάδες πίεσης και συμφερόντων; Δεν ισχύουν ισότιμα για όλους και για όλες; Για την ιστορία και την αποκατάσταση της αλήθειας θα πρέπει να αναφέρουμε πως προηγούμενη απόφαση του προέδρου και του διοικητικού συμβουλίου της ΠΕΔ αρνήθηκε να καταβάλλει τις οφειλόμενες υπερωρίες με την αιτιολογία ότι η εν λόγω εργαζόμενη απασχολούνταν στο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Εκτός κι αν για όσους και όσες είναι νεοφιλελεύθερης ιδεολογικής τοποθέτησης η διεκδίκηση των δεδουλευμένων εκ μέρους των εργαζομένων συνιστά ψόγο! Εκτός κι αν θα πρέπει οι εργαζόμενοι να υποστείλουν τη σημαία των διεκδικήσεών τους λόγω της κρίσης και της ακραίας φτώχειας. Μήπως εντέλει αυτό που επιδιώκεται είναι ο κοινωνικός αυτοματισμός και η παραίτηση;

Και για την αποκατάσταση της αλήθειας – η οποία συνιστά κοινό τόπο εδώ και πολλά χρόνια – να σημειωθεί πως το 40% της βουλευτικής αποζημίωσης των μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. διατίθεται σε δομές αλληλεγγύης και στο κόμμα. Παρά το ότι το γεγονός αυτό είναι δευτερεύουσας σημασίας μπροστά το τεράστιο και δυναμικό κίνημα αλληλεγγύης των πολιτών και των εθελοντικών οργανώσεων, αναφέρεται, διότι η κοινωνική ευαισθησία και η ανάληψη ευθύνης για τα κοινά συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι της ιδεολογίας και κυρίως της πρακτικής της Αριστεράς και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Θα είχε μεγάλη σημασία μάλιστα για την κοινωνία που χειμάζεται, αν αυτές οι αλληλέγγυες εκ μέρους όσων έχουν προνόμια πρακτικές, απλώνονταν σε όλο το πολιτικό φάσμα, οργανωμένα και με αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων. Γιατί με αυτόν τον τρόπο θα περίσσευε ο λαϊκισμός, η μικροπολιτική που κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της και οι εκ των υστέρων δήθεν αγανακτισμένες φωνές των πολιτικών δυνάμεων της χώρας (νεοφιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών) οι οποίες κυβέρνησαν για σχεδόν 40 χρόνια και οι οποίες ευθύνονται για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα και την λιτότητα που βιώνουν οι πολίτες σήμερα.

Όσο για τον περιφερειακό σύμβουλο ο οποίος καταγράφεται ως δήθεν αψευδής μάρτυρας του χαρακτήρα της κ. Θελερίτη, θα πρέπει να σημειωθεί πως αντί των υποβολιμαίων πληροφοριών που διακινεί και της συκοφάντησης που επιχειρεί, δεν έχει παρά να ρωτήσει τους πολίτες της Κορινθίας που συνεργάστηκαν με τον φορέα καθώς και τους δημάρχους και δημοτικούς συμβούλους που όλα αυτά τα χρόνια θήτευσαν στην τοπική αυτοδιοίκηση της Κορινθίας αλλά της Περιφέρειας εν γένει, για την ακεραιότητα, την εντιμότητα και το άμεμπτο ήθος της εργαζόμενης στην ΤΕΔΚ.

Άλλωστε όπως ίσως θα θυμάται ο ίδιος, αλλά και πολλοί άλλοι, είχαν και παλαιότερα επιχειρήσει να σπιλώσουν την υπόληψη της κ. Θελερίτη με καταγγελία στο ΣΔΟΕ. Ούτε και τότε όμως το αποτέλεσμα τους δικαίωσε! Αντιθέτως αποδείχτηκε περίτρανα και με τον αδιάψευστο τρόπο η εντιμότητα και το ήθος της.

Αυτό όμως που ξενίζει ξανά και ξανά είναι το εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης στον τόπο μας το οποίο εξαντλείται σε χαρακτηριστικά αρρενωπότητας ή «μάτσο», προκειμένου να δώσει κύρος και αξιοπιστία σε ανύπαρκτα επιχειρήματα και μάταιες προσπάθειες λαϊκισμού και συκοφάντησης. Ένα πολιτικό επίπεδο που κατονομάζει τους άνδρες υπουργούς & πολιτικούς με το επίθετο, αλλά τις γυναίκες υπουργούς & πολιτικούς με το μικρό τους όνομα, για να τις απαξιώσει και να μειώσει την πολιτική τους δράση και διαδρομή. Που θεωρεί την πολιτική υπόθεση αισθητικής και ενδυματολογικής επιλογής – οι φούστες και τα φορέματα ως φαίνεται θεωρούνται δείγματα ανυποληψίας του ατόμου και όποια τα φοράει εκ προοιμίου είναι ανυπόληπτη. Η πολιτική για την σεξιστική αυτή αντίληψη δεν είναι δικαίωμα κάθε πολίτη της χώρας, ανεξαρτήτως φύλου, αλλά αποκλειστικό προνόμιο των ανδρών, οι οποίοι μάλιστα οφείλουν σύμφωνα και με τα κυρίαρχα έμφυλα και νεοσυντηρητικά στερεότυπα να συμμορφώνονται και με συγκεκριμένες προδιαγραφές (αισθητικές, γλωσσικές, συμπεριφορικές, σεξιστικές, κ.α.).

Πρόκειται για σαφή πράξη σεξισμού – που δεν εξαντλείται μόνο στον γλωσσικό σεξισμό. Και είναι μια πρακτική, η οποία ως φαινόμενο απορρέει και είναι αποτέλεσμα των άνισων σχέσεων μεταξύ των φύλων, μέσω της οποίας υποβαθμίζονται τα άτομα με βάση το φύλο τους. Είναι επίσης και μια μορφή ρατσισμού για την οποία σπανίως παρατηρείται η ευαισθησία που έχει αναπτυχθεί για άλλες μορφές ρατσισμού – ιδιαιτέρως στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (έντυπα και ηλεκτρονικά).

Είναι μια παλιά, αλλά ευτυχώς αναποτελεσματική, για την Αριστερά και τη Δημοκρατία, πολιτική αντιπαράθεση που κύριο στόχο έχει την αναπαραγωγή σεξιστικών και υβριστικών σχολίων και την πολιτική παρενόχληση (bullying) των γυναικών που ασχολούνται με την πολιτική, των γυναικών που δεν επιλέγουν τη σιωπή, αλλά την ενεργό δράση και την ισότιμη έκθεση στον πολιτικό στίβο.

Παρά το γεγονός ότι το δημοσίευμα, κατά παράβαση κάθε κανόνα στοιχειώδους δημοσιογραφικής δεοντολογίας και ήθους, είναι ανυπόγραφο, όπως άλλωστε και η ιστοσελίδα γενικότερα,

Παρά το γεγονός ότι κινείται στη λογική της κατασκευής ειδήσεων και όχι σε ρεπορτάζ και παράθεση των ειδήσεων χωρίς σχόλια και χαρακτηρισμούς τύπου «καφενείου»,

Παρά το γεγονός ότι το δημοσίευμα δεν συνιστά παρά μια σύνθεση συκοφαντικών και προσβλητικών σχολίων που βρίθει από σεξιστικά υπονοούμενα παραθέτοντας μεν την πηγή (την απόφαση της ΠΕΔ), αλλά σχολιάζοντας επιλεκτικά και υβριστικά και χωρίς να προβάλλει τα δεδομένα (δηλαδή τη σχετική νομοθεσία, την ΚΥΑ και τον νόμο),

Παρά το γεγονός ότι θεωρείται αυτονόητο τα δεδουλευμένα των εργαζομένων να καταβάλλονται δύο χρόνια μετά την παροχή της εργασίας, όπως φαίνεται και από τη απόφαση η οποία ελήφθη τον Οκτώβριο του 2015, για υπερωριακή εργασία που παρασχέθηκε τα έτη 2013 και 2014,

Απαιτούμε, όπως επιβάλλεται στη δημοκρατία και είθισται από τη δημοσιογραφική δεοντολογία, την δημοσίευση της απάντησης.

shares