Η Διαταραχή Πανικού και η Αγοραφοβία είναι οι πιο συχνά εμφανιζόμενες Διαταραχές Άγχους σε κλινικό πληθυσμό. Αυτές οι αρρώστιες προκαλούν σοβαρή αναπηρία στον ασθενή και χωρίς την κατάλληλη θεραπεία έχουν μικρά περιθώρια βελτίωσης σε βάθος χρόνου.

Οι άνθρωποι με διαταραχή πανικού μπορεί να βιώνουν:

-Ξαφνικά και επαναλαμβανόμενα «κύματα» έντονου φόβου

-Αίσθημα ότι μπορεί να χάσουν τον έλεγχο ή να τρελαθούν κατά τη διάρκεια της κρίσης πανικού.

-Επίμονο φόβο και ανησυχία για το πότε θα συμβεί μια απροσδόκητη επόμενη κρίση.

-Έντονο φόβο ή αποφυγή του μέρους ή της δραστηριότητας όπου στο παρελθόν βίωσαν μία προσβολή πανικού (πχ. γυμναστική, σκάλες)

-Σωματικές αλλαγές κατά την διάρκεια της κρίσης πανικού όπως έντονους ή/και γρήγορους χτύπους στην καρδιά, ιδρώτα, δυσκολία στην αναπνοή, τρέμουλο κ.α

Οι παρακάτω περιγραφές ασθενών δίνουν μια γλαφυρή εικόνα του πως είναι να βιώνει κάποιος μια απροσδόκητη προσβολή-κρίση πανικού:

«Ένα απόγευμα καθάριζα φασολάκια καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας μου και έτσι χωρίς καμιά προειδοποίηση και χωρίς κανένα λόγο ένιωσα τρομοκρατημένη. Με έπιασε κρύος ιδρώτας, η καρδιά μου νόμιζα θα πεταχτεί έξω από το στήθος μου, το κεφάλι μου στριφογυρνούσε και νόμιζα θα λιποθυμήσω. Φοβήθηκα ότι κάτι κακό με βρήκε και θα πεθάνω. Από τότε έχω τέτοια προβλήματα κάθε 1 ή 2 βδομάδες. Νομίζω πως χάνω το μυαλό μου!»

«Όσο περισσότερες κρίσεις πανικού έχω τόσο περισσότερο τρέμω ότι θα ζω για πάντα με αυτές. Δεν ξέρω πότε θα μου ξανασυμβούν και φοβάμαι διαρκώς μήπως το ξαναπάθω. Είμαι τόσο τρομαγμένος που δεν θέλω να βγω από το σπίτι».

Η κρίση πανικού δεν είναι επικίνδυνη, αλλά είναι μια πολύ δυσάρεστη εμπειρία. Οι άνθρωποι με Διαταραχή Πανικού αναπτύσσουν συνήθως τον φόβο μήπως φοβηθούν – μήπως δηλαδή ξαναπάθουν μια κρίση πανικού αν βρεθούν σε μέρη ή καταστάσεις όπου στο παρελθόν βίωσαν έντονα σωματικά συμπτώματα άγχους. Αρχικά μπορεί να αποφεύγουν τις καταστάσεις αυτές και στη συνέχεια παρόμοιες. Η γενίκευση των αποφυγών μπορεί να προκαλέσει Αγοραφοβία, που είναι μία από τις πιο συχνές συνοδές διαγνώσεις της Διαταραχής Πανικού.

Στην Αγοραφοβία ο άνθρωπος φοβάται να βρεθεί σε μέρη ή καταστάσεις όπου η διαφυγή είναι δύσκολη ή δεν θα βρεθεί κάποιος να τον βοηθήσει αν αναπτύξει συμπτώματα πανικού. Έτσι μπορεί να αποφεύγει να μετακινείται με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, να βρίσκεται σε κλειστούς ή ανοιχτούς χώρους, να περιμένει σε ουρές κ.α. Προτιμά επίσης να μην κάνει πράγματα μόνος πχ. να μένει σπίτι μόνος ή να βγαίνει έξω μόνος, αλλά να έχει μαζί του κάποιον συνοδό (συγγενή ή φίλο) με τον οποίο αισθάνεται περισσότερο ασφαλής. Σε ακραίες περιπτώσεις Αγοραφοβίας ο φόβος είναι τόσο δυνατός ώστε να κλείσει τον πάσχοντα τελείως μέσα στο σπίτι.

Διαταραχή Πανικού και η Αγοραφοβία μπορούν να αλλοιώσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής του πάσχοντα. Πρόσφατη μελέτη υποδεικνύει ότι οι άνθρωποι που νοσούν σε σχέση με όσους δεν υποφέρουν είναι πιο επιρρεπείς στη χρήση αλκοόλ ή στην κατάχρηση άλλων φαρμακευτικών σκευασμάτων όπως ηρεμιστικών, περνούν περισσότερο χρόνο στα επείγοντα των νοσοκομείων, περνούν λιγότερο χρόνο σε ευχάριστες δραστηριότητες όπως χόμπι, φυσική άσκηση, τείνουν να είναι οικονομικά εξαρτημένοι από άλλους ανθρώπους, αναφέρουν ότι νιώθουν συναισθηματικά και σωματικά λιγότερο υγιείς, κάνουν περισσότερες εξετάσεις και ιατρικούς ελέγχους, λείπουν συχνότερα από την εργασία τους ή/και είναι λιγότερο αποδοτικοί στη δουλειά τους και έχουν επίσης μεγαλύτερες πιθανότητες να αναπτύξουν κατάθλιψη ή/και να επιχειρήσουν να αυτοκτονήσουν.

Από την άλλη υπάρχουν έρευνες που υποδεικνύουν ότι οι πρώτο-εμφανιζόμενες κρίσεις πανικού μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, μέσω της ενημέρωσης των πασχόντων για την φύση του προβλήματος, καθώς και της παρότρυνσης να επιστρέψουν στο σημείο όπου βίωσαν την 1η κρίση πανικού. Τέτοιες οδηγίες φαίνεται να προλαμβάνουν και να λειτουργούν αποτρεπτικά στην εκδήλωση Διαταραχής Πανικού αλλά και της Αγοραφοβίας. Σε περίπτωση όμως που η διαταραχή-ες εγκατασταθούν ο πάσχοντας πρέπει να ζητήσει άμεσα θεραπεία.

Η Θεραπεία Συμπεριφοράς είναι η ενδεδειγμένη θεραπεία για τη Διαταραχή Πανικού και την Αγοραφοβία. Η φαρμακοθεραπεία ενδείκνυται στους ασθενείς που πάσχουν ταυτόχρονα από Κατάθλιψη ή έχουν τόσο βαριά συμπτώματα ώστε να μην μπορούν να κινητοποιηθούν και να συμμετάσχουν ενεργητικά στη Ψυχοθεραπεία.. Σε περίπτωση πάντως που ο πάσχοντας ακολουθήσει μόνο φαρμακευτική αγωγή, η πιθανότητα υποτροπής όταν διακοπούν τα φάρμακα είναι μεγάλη, οπότε καλό θα ήταν αυτό να συμβεί με παράλληλη ψυχοθεραπευτική κάλυψη. behaviortreatment.gr

Γράφει η

Τιτίκα Μητσοπούλου

Ψυχολόγος.

shares