Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένας βράχος, απ’ αυτούς, τους γκρι-καφέ που κοιμούνται δίπλα στη θάλασσα. Καθόταν αμετακίνητος, σιωπηλός στα ερεθίσματα της φύσης, αλλά ταυτόχρονα τα απολάμβανε. Όταν δεν είχε διάθεση, τον ενοχλούσαν. Όταν είχε, κοιτούσε με δέος τα πουλιά που πετούσαν ελεύθερα, τον ήλιο που έλαμπε κάθε πρωί με περηφάνια , τη σελήνη που τον ταξίδευε με το γλυκό της φως και τη θάλασσα που πάντα τραγουδούσε.

Κάπου κάπου,  φιλοξενούσε στις πλάτες του τα πουλιά που έπαιζαν, τις αχτίδες του ήλιου και το μελαγχολικό παράπονο της σελήνης. Με τη θάλασσα είχε πάντα μια σχέση αγάπης μίσους. Την άφηνε να του δροσίζει τις παλάμες, να του μιλάει όταν λιγάκι την ενοχλούσε ο αέρας, να τον βρέχει όταν ήταν αγριεμένη ! Όμως δεν ήθελε πολλά πολλά μαζί της. Τη ζήλευε που εκείνη ήταν τόσο ελεύθερα ευμετάβλητη. Που γευόταν την χαρά, τη θλίψη και τον πόνο, αφουγκραζόμενη,  άλλοτε τον ήλιο, άλλοτε το φεγγάρι και άλλοτε το λυσσασμένο αγέρι.

Η θάλασσα ήταν πάντα εκεί δίπλα του, πολύ πριν απ’ αυτόν. Τον τσιγκλούσε να παίξουν,  μα αυτός σαν βράχος που ήταν της έλεγε συχνά..

» Άφησε τα πράγματα να ρέουν…θα έρθει η στιγμή για το παιχνίδι. Αυτή τη στιγμή δυο γλάροι κάθονται στους ώμους μου. Δεν το βλέπεις; Σε λίγο θα φύγουν. Μετά, εσύ είσαι πάντα εδώ. Άφησε τα πράγματα να ρέουν»…

Νόμιζε ότι ήταν δυνατός, πιο δυνατός ίσως από εκείνη. Επειδή ήταν ψηλός, αγέρωχος και δεν είχε την ανάγκη της. Πέρασαν τα χρόνια. Ήρθαν κ έφυγαν τα καλοκαίρια και οι χειμώνες. Μια νύχτα που η σελήνη έβαλε το φλογερό , υπέρλαμπρο φόρεμά της , ο βράχος καθρεφτίστηκε στη θάλασσα. Θεέ μου ! Πόσο μικρός είχε γίνει ! Σχεδόν, όλο το σώμα του ήταν άμμος πια. Μόνο η κορυφή του είχε μείνει. Ένα μικρό βραχάκι έγινε. Τρόμαξε και άρχισε να της φωνάζει.

-Τι μου έκανες;

-Άφησα τα πράγματα να ρέουν. Ακολούθησα την συμβουλή σου. Είμαι γεμάτη αλμύρα, δεν το ήξερες; Όπως τα σύννεφα, όπως τα δάκρυα. Άφησα τα πράγματα να ρέουν και η αλμύρα μου σε έφαγε σιγά σιγά. Τόλμησες να πεις στην ροή, να ρέει, ενώ ήσουν μόνο βράχος. Ερχόμουν, έφευγα και εσύ απολάμβανες μονάχα. Όταν δεν είχες τί να πεις, γκρίνιαζες και παραπονιόσουν και έδινες συμβουλές. Ίσως βέβαια η συμβουλή σου, να ήταν απλά ο πιο βαθύς σου πόθος. Συμβαίνει και αυτό, κάποιες φορές. Οι ευχές και τα λόγια που λέμε να δείχνουν το τι θέλουμε με όλη την δύναμη της ψυχής μας, για εμάς τους ίδιους. Δεν πειράζει. Κοίτα! Σε έκανα άμμο πια! Μόνο μια κορφή, σου έχει μείνει. Οι γλάροι δεν μπορούν να ξεκουραστούν στις πλάτες σου, γιατί βρέχονται. Θα πάνε αλλού.

Εκείνο το βράδυ, ο βράχος έκανε ειρήνη με την θάλασσα κι εκείνη, έγινε γοργόνα και κοιμήθηκε στην αγκαλιά του. Το επόμενο πρωί όλα είχαν γίνει θάλασσα. ewoman.gr

Γράφει η Χαρά Μαζίδη

 

shares