Με πυξίδα…το χρόνο

«Το άγιο, το αληθινό και το ωραίο

δεν μπορούν να χωριστούν χωρίς δάκρυα»

‘Αλφρεντ Τέννυσον

Το άγιο, το αληθινό και το ωραίο εδώ συνυπάρχουν. Απρόσκλητοι επισκέπτες καταμεσής σ’ ένα μαγευτικό τοπίο, στη μέση του πουθενά, ανάμεσα στα πεύκα, τα αγριολούλουδα, τα κελαηδίσματα των πουλιών. Η όμορφη φύση, τα δώρα του Δημιουργού… είναι ένα ποίημα άφθαστο και ιερό μπροστά στο θρόνο της κυρά-Φανερωμένης.

Εδώ δεσπόζει η θεία μορφή της Παναγίας που πάντα εμπνέει και στέκει αθάνατη στο πέρασμα του χρόνου. Εδώ έζησαν και άγιοι πατέρες. Με μια ανώτερη πνοή. Με θεμέλιο την πίστη, με έμπνευση την προσευχή. Εδώ η ψυχή ανορθώνεται, παρηγορείται, αναπαύεται.

Ιστορία αιώνων… Τριγύρω μας ερείπια… Όμως «και τα ερείπια έχουν φωνή». Αυτή τη φωνή θα προσπαθήσουμε να αφουγκραστούμε. Μέσα απ’ το βιβλίο του Τάσου Γριτσόπουλου «Ιερά Μονή Φανερωμένης Χιλιομοδίου» θα ταξιδέψουμε στους αιώνες, καταγράφοντας τα στοιχεία εκείνα που δίνουν το στίγμα της Μονής και ξεδιπλώνουν την Ιστορία της.

Η Παλαιά Μονή ιδρύθηκε σ’ αυτή τη μαγευτική αλλά και δυσπρόσιτη -για την εποχή εκείνη- τοποθεσία περίπου το 1250-1300 μ.Χ. Ανάμεσα στο Χιλιομόδι, τα Αθίκια και τον Αϊ-Γιάννη και πάνω από έναν καταπράσινο πευκώνα, που έφερε το τοπωνύμιο Σόϊκα, δίνει την εντύπωση για όποιον το κοιτάζει από κάτω ενός ισχυρού οχυρού προμαχώνος, σφηνωμένου σ’ ένα βράχο του σκληρού ορεινού εδάφους. Ο Ακροκόρινθος που υψώνεται στο βάθος του ορίζοντα, συμπληρώνει τη μοναδικότητα του τοπίου.

Συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Μονή Φανερωμένης ήταν μια ανδρώα Μονή της Υστεροβυζαντινής περιόδου, φρουριακής κατασκευής, με ιστορική δράση, με μεγάλη περιουσία και πολυμελή αδελφότητα.

Η ονοματοδοσία της οφείλεται στην εικόνα της Παναγίας που φανερώθηκε στο σημείο που χτίστηκε το Μοναστήρι. Αξίζει όμως να σταθούμε ιδιαίτερα στο θέμα αυτό και στις ιστορίες που διηγούνται οι γέροντες στο Χιλιομόδι, στ’ Αθίκια και στον Αγιάννη για το Πως  και Γιατί έγινε η επιλογή της συγκεκριμένης τοποθεσίας.

Στην κορφή του βουνού, λέει η παράδοση, υπήρχε ένα μετόχι του Αγ. Ιωάννη του Θεολόγου (Σ.Σ. σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει και μάλιστα πρόσφατα ανακαινίστηκε με έξοδα της ενορίας του Αγ. Ιωάννου). Στο Μετόχι αυτό λοιπόν, το οποίο προϋπήρχε της Μονής, λατρευόταν η Παναγία και είχε εκεί το παλαιό εικόνισμά της, για το οποίο άλλη παράδοση αναφέρει ότι είναι έργο του Ευαγγελιστού Λουκά. Εντελώς ξαφνικά, κάποια στιγμή, η εικόνα της Παναγίας έφυγε από το ναό και έπεσε μέσα στο Βράχο. Και δόθηκε η ερμηνεία, από την αδελφότητα των μοναχών που κυριολεκτικά αναστατώθηκε για να σώσει την εικόνα, ότι επιθυμία της Παναγίας ήταν να μην επανέλθει στο ναό του Θεολόγου αλλά να αποκτήσει δικό της ναό σε νέο μοναστήρι. Η σπουδαία θύμησις ζωντανεύει παλαιές παραδόσεις και στο σημείο που συνέβη το θαύμα έχει γραφεί πάνω στο έδαφος το τοπωνύμιο Ο Βράχος Της Παναγιάς.

Ο αγιογράφος ο οποίος ζωγράφισε τους τοίχους της Εκκλησίας, ανήκει σε μία περίοδο ακμής της Βυζαντινής αγιογραφίας στην Πελοπόννησο (περίπου στα τέλη του 16ου αιώνα). Χρησιμοποιεί την τεχνική της Κρητικής Σχολής, δημιουργώντας -σύμφωνα με τον καθηγητή και ακαδημαϊκό Ορλάνδο- «τοιχογραφίες αρίστης τέχνης». Ικανός προσωπογράφος, οι μορφές που φιλοτεχνεί είναι ιεροπρεπείς, σοβαρές, επιβλητικές, γεμάτες πνευματικότητα. Η ταυτότητά του αποδίδεται στο Δημήτρη Κακαβά, ο οποίος ζωγράφισε επίσης την Αγ. Μαρίνα (Μετόχι της Φανερωμένης) και τον Άγιο Δημήτριο Αθικίων.

Η Μονή της Παναγίας Φανερωμένης, από την ίδρυσή της, ήταν Μονή σταυροπηγιακή. Αυτός ήταν ένας τίτλος τιμής, ένα ειδικό προνόμιο που απολάμβαναν όσα μοναστήρια έφεραν αυτό τον τίτλο και έχαιραν έτσι της προστασίας  του Πατριαρχείου.

Ας μην ξεχνάμε ότι την εποχή εκείνη η Ορθοδοξία περνούσε δύσκολες ώρες. Αξιομνημόνευτο γεγονός είναι η δολοφονία του τελευταίου μητροπολίτη Κορίνθου Νικόλαου (από το Λέοντα το Σγουρό) σε μια ύστατη προσπάθεια ν’ αναχαιτίσει την κατάληψη της Κορίνθου από τους Φράγκους. Πράγμα που τελικά δεν κατόρθωσε κι ε΄τσι το 1212 έχουμε την ίδρυση στην Πελοπόννησο, δύο λατινικών επισκοπών Πατρών και Κορίνθου.

Τους Φράγκους διαδέχονται οι Τούρκοι. Η Μονή δοκιμάζεται αλλά αντέχει. Η μεγαλύτερη επιδρομή συνέβη το 1715 όπου έγιναν έκτροπα πάσης φύσεως (παρόμοια με εκείνα της πρώτης εγκαταστάσεως των Τούρκων στην Πελοπόννησο το 1460), αρπαγές κι αιχμαλωσίες. Οι μοναχοί διασκορπίστηκαν, η Μονή εγκαταλείφθηκε προσωρινά. «Συνέβη το σταυροπηγιακόν μοναστήριον υποστήναι στέρησιν και παντελή γύμνωσιν πάντων ων είχε πραγμάτων και κτημάτων και ιερών σκευών και αμφίων», αναφέρουν τα ιστορικά κείμενα.

Μόλις όμως ησύχασαν τα πράγματα ξαναγύρισαν στην εστία τους και με τη βοήθεια του Πατριαρχείου και των πιστών το επανέφεραν στην πρότερη λειτουργικότητά του.

Τα χρόνια περνούν, η επανάσταση ξεσπάει. Ο ηγούμενος της Μονής της Φανερωμένης και του Αγίου Δημητρίου προσφέρει «εις το ταμείον της επαρχίας εις τούτον τον Αγώνα 5000 γρόσια…εν καιρώ της πολιορκίας του φρουρίου της Κορίνθου».

Μεταξύ άλλων αφηγήσεων ο ευσεβής λαός αναφέρεται στην καταστροφή της μεγάλης στρατιάς του Δράμαλη το 1822 και το κατόρθωμα αυτό αποδόθηκε σε θαύμα της Παναγίας Φανερωμένης. Στο μοναστήρι, καθώς έλεγαν οι παλαιοί προσήλθαν οι πολεμιστές κι έψαλλαν τα νικητήρια.

Το 1828 η Μονή πυρπολείται από τους Τούρκους, χωρίς ευτυχώς να πειραχτεί ο Ναός, ενώ στα μεταεπαναστατικά χρόνια θα γνωρίσει εσωτερική κρίση που θα διαρκέσει καθ’ όλη σχεδόν τη ροή του 19ου αιώνα, μέχρι βαθμού ακυβερνησίας κι αλλοτριώσεως.

Κύρια αιτία της κρίσης το γεγονός ότι μέχρι τα μέσα του αιώνα δεν έχει γίνει ακόμη διάκριση των εξουσιών, τα δε εκκλησιαστικά ζητήματα χειρίζεται η κοσμική εξουσία ως εθνικά και δημόσια. Έτσι οι μοναχοί είχαν διαιρεθεί σε οπαδούς προσώπων -εντός κι εκτός της μονής- κι επηρεαζόμενοι υπέγραφαν αναφορές με διάφορες κατηγορίες που ήταν αδύνατον να διαλευκανθούν.

Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι την περίοδο εκείνη η Μονή γνωρίζει μεγάλη οικονομική ακμή (μάλιστα δανείζει χρήματα και έχει σημαντικά έσοδα από την υπεραφθονία των προϊόντων που παράγει (Το 1850 π.Χ. από σωζόμενα έγγραφα βλέπουμε ότι το Μοναστήρι παράγει αγροτικά προϊόντα όπως σιτάρι, κριθάρι, ρεβύθια, φακές, ρόβη, βίκο, λαθούρια, κηπευτικά, αυγά, πατάτες, κρασί, λάδι, τυρί, βούτυρο, μέλι, μαλλιά κ.λπ.).

Το 1897 η Μοναχική Αδελφότητα της Φανερωμένης η κληρονόμος ενός  πλουσιότατου παρελθόντος της Αγίας Μονής στον απόμερο βράχο της εγκαταλείπει το παλιό μοναστήρι κι εγκαθίσταται στη νέα θέση, όπου βρίσκεται σήμερα.

Οι κυριότερες μεταβολές που συνέβησαν από τότε σχετίζονται με τη μορφή της Μονής, η οποία ήταν ανδρώα μέχρι το 1938 και μετά γίνεται γυναικεία και με την οικονομική της κατάσταση (ενώ δηλαδή παλαιότερα ήταν μια πλούσια μονή σήμερα είναι σχεδόν ακτήμων).

Το παλιό μοναστήρι κατά τη διάρκεια του χρόνου παραμένει κλειστό. Γιορτάζει την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής, οπότε τελείται Θεία Λειτουργία και πλημμυρίζει κόσμο. Πολύς κόσμος επίσης επισκέπτεται τη Μονή την 21η Αυγούστου, όπου ψάλλεται παράκληση την εικόνα της Παναγίας από το παλιό μοναστήρι στο νέο.

Η τελετή αυτή καθιερώθηκε από τους πατέρες της παλαιάς Μονής, λίγο πριν την εγκαταλείψουν το 1897. Την παραμονή της γιορτής (2218) τελείται στη νέα μονή μεγάλος Αρχιερατικός Εσπερινός με ειδικό τυπικόν Ιεροσολύμων -και αυτή η περίπτωση είναι μοναδική στην Κορινθία.

 

 

shares