Παρασκευή βράδυ και η ψυχή είναι βαριά.
Η Αντζυ με κοιτάει στα μάτια και προσπαθεί να ζυγίσει αν αντέχω ακόμα. Αντέχω μικρή μου..
Αντέχω γιατί κάπου λίγο πιο μακριά είναι μια Λένα και σε λίγο έρχεται μια Ελένη.
Κι αν περιμένεις λίγο ακόμα, θα γνωρίσεις τη Νασια κι ας λείπει η Μαρία.
Είναι σαν να ναι εδώ κι εκείνη.
Μην παραξενεύεσαι μικρή μου που αντέχω.
Είσαι μικρή ακόμα και από τις λακκούβες τις ζωής φεύγεις με γρατσουνιές..
Κάθε μια όμως από αυτές που απόψε αραδιάσαμε μπροστά σου την ζωή μας, πρέπει να ξέρεις πως με τη ζωή πάντα ερχόμασταν σε μετωπική.
Τη ζωή μάθαμε να τη ζούμε στο κόκκινο.. Και να τη βυθίζουμε στο μπλε.
Μην ψάχνεις ροζ. Δεν θα το βρεις.. Μην ψάχνεις αχνά και ξεθωριασμένα χρώματα.
Δεν υπάρχουν. Όλα έντονα.. γιατί αυτές μάθανε ακόμα και στο μαύρο, να βλέπουν φως.
Μάθαμε να γελάμε με τους αυλικούς και τους αυλοκόλακες και τα σοβαρά να τα λέμε με τα μάτια.
Τρεις γυναίκες, υγρά μάτια…
Κι ας χαμογελάνε τα χείλια.
Γυναίκες δύσκολες, μη διαχειρίσιμες.
Γυναίκες που η ζωή έπαιξε με τα όνειρα τους και εκείνες δεν έμαθαν να δίνουν λίγο.
Στο παιχνίδι της ζωής έμαθαν να τα παίζουν όλα.
Ρίσκαραν τα πάντα και μπορεί κάποιοι να νομίζουν πως τα χάσανε όλα, εκείνες ξέρουν πως κέρδισαν η μια την άλλη. Γυναίκες που με το συμβιβασμό ούτε που γνωρίστηκαν ποτέ.
Από τη μετριότητα και τα χλιαρά “περίπου” επέλεξαν τη μοναξιά.
Γυναίκες που αγάπησαν με πάθος, προδόθηκαν και μάτωσαν.
Κι όταν έπρεπε να ξαναριχτουν στην μάχη του έρωτα το έκαναν ξανά.
Χωρίς φόβο. Με πολύ θάρρος.
Φόρεσαν τα αισθήματα τους μενταγιόν και προχώρησαν παρακάτω.
Θα τις γνωρίσεις γιατί έχουν μια κορώνα στην ψυχή τους.
Μόνο που εκείνες στέφουν βασιλιά μόνο έναν.
Μην ρωτήσεις.
Δεν είναι έρωτας..
Είναι ο άντρας που τις χαράσσει.
Είναι γυναίκες που γνωρίστηκαν με το θάνατο και τον κοίταξαν στα μάτια.
Τους πήρε ότι αγάπησαν κι εκείνες δεν λύγισαν μπροστά του.
Τον κοίταξαν και του χαμογέλασαν.
Περήφανες, ξέρουν να πορεύονται και μόνες.
Πέρασαν άνθρωποι από τις ζωές τους, σκέτα σκουλήκια που θέλησαν να τις κάνουν να σπάσουν.
Μα τούτες είναι σου λέω φτιαγμένες από παράξενο κράμα. Δεν σπάνε. Λυγίζουν.
Μα τότε υγραίνουν τα μάτια τους, απλώνουν τα χέρια τους κι η αγκαλιά τους είναι αληθινή.
Κρατάνε η μια την άλλη σε έναν παράξενο, περήφανο χορό γύρω από τη φωτιά που μπήκε στη ζωή τους και δεν θα τις δεις ποτέ γονατισμένες.
Δεν δίστασαν να ξεσκαρτάρουν τα σκουπίδια της ζωής τους και να τα πετάξουν ένα ένα.
Κι αν τίμημα ήταν η μοναξιά, εκείνες γέλασαν δυνατά και ετοιμάστηκαν για την επόμενη προδοσία.
Δεν ζυγίζουν πορτοφόλια. Ζυγίζουν ματιές. Δεν μετράνε με χρόνια και στιγμές αλλά με ματιές.
Τις δένουν οι πληγές τους.
Αλλά είναι βράχοι από το ίδιο πέτρωμα.
Σε αυτές τις γυναίκες μικρή μου, που απόψε σε έφερε ο δρόμος σου να διασταυρωθείς μαζί τους, να κοιτάς τα μάτια. Περιγελούν τη δηθενια κι έχουν δικούς τους κανόνες τιμής.
Προστατεύουν σαν λύκαινες ότι αγαπούν.
Μην δοκιμάσεις να πειράξεις τα ιερά και τα όσια της ψυχής τους.
Αυτές τις γυναίκες μικρή μου, να τις κοιτάς στα μάτια και ακούς την ιστορία τους.
Γιατί δεν θα τις δεις να υποκλίνονται ποτέ, σε κανέναν, μα θα τις δεις να γίνονται σκαλί για να πατήσει όποιος αγαπούν.
Θα τις δεις να γίνονται αέρας για να ενωθούν με τη θάλασσα τους. Αυτά τα μάτια που απόψε είδες υγρά..
Αυτά τα χέρια που είδες να μην αφήνουν η μια την άλλη, να ξέρεις πως τα έδεσε ένας πόνος.
Μα τα γαλήνεψε μια θάλασσα…

ΥΓ. Στην θάλασσα μου… Και στα κομμάτια της ψυχής.. Ελένη, Νασια, Λένα, Μαρία, Αντζυ… Ξέρετε εσείς..

Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου

anapnoes.gr

shares